Στην New York Times Co. v. Sullivan, 376 U.S. 254 (1964), ο Δημοτικός Επίτροπος καταχώρησε αγωγή λιβέλου εναντίον της εφημερίδας New York Times κ.ά., ισχυριζόμενος ότι δημοσίευσή της, τον δυσφήμιζε προσωπικά. Η δημοσίευση περιλάμβανε δηλώσεις, μερικές εκ των οποίων ήταν ψευδείς αναφορικά με την αστυνομική δράση, η οποία, κατ’ ισχυρισμό, κατευθυνόταν εναντίον φοιτητών που έλαβαν μέρος σε διαδήλωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και εναντίον του Αρχηγού της Κίνησης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ο Ενάγοντας θεώρησε ότι η δημοσίευση αναφερόταν σε αυτόν, καθότι, εντός των καθηκόντων του, περιλαμβανόταν και η επίβλεψη του Αστυνομικού Τμήματος. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε υπέρ του Ενάγοντα και τον αποζημίωσε με το ποσό των $500.000, απόφαση που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας Alabama. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ), το οποίο ανέτρεψε την Πρωτόδικη Απόφαση.

Ο Δικαστής Black, μεταξύ άλλων, είπε ότι η Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος παραχωρούσε στον Τύπο απόλυτη αμνηστία για κριτική του τρόπου που Αξιωματούχοι του Κράτους εκτελούν τα δημόσια καθήκοντά τους και ότι δημιουργούνται αμφιβολίες κατά πόσο μια χώρα μπορεί να ζήσει σε ελευθερία, όπου οι πολίτες της μπορούν να υποβληθούν σε φυσικές ή οικονομικές συνέπειες, επειδή κρίνουν την Κυβέρνηση, τις ενέργειές της ή τους αξιωματούχους της. Ο Δικαστής Goldberg, στην Απόφασή του, ήταν πιο κάθετος. Σύμφωνα με αυτόν, η Πρώτη και η Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση του Συντάγματος παραχωρούσαν στον Τύπο και στους πολίτες απόλυτο, άνευ όρων, προνόμιο να προβαίνουν σε κριτική για ενέργειες αξιωματούχων, ανεξάρτητα από τη βλάβη, η οποία μπορεί να προκληθεί από υπερβολές και καταχρήσεις. Η έντονη κριτική της Κυβέρνησης και των αξιωματούχων από τον Τύπο και τους πολίτες, συνέχισε, σύντομα θα οδηγηθεί στη σιωπή, εάν οι αξιωματούχοι, αντί να απαντούν στην κριτική, να καταφεύγουν σε φιλικά ένορκα σώματα για να προλαβαίνουν την κριτική της δημόσιας συμπεριφοράς τους. Τέλος, έκρινε ότι οι Συνταγματικές Εγγυήσεις επιζητούν Ομοσπονδιακό Νόμο, ο οποίος να απαγορεύει την ανάληψη ζημιών από αξιωματούχο, για δυσφημιστικές αναλήθειες, αναφορικά με τη δημόσια δράση του, εκτός και αν αποδεικνύει ότι αυτές έγιναν με πραγματική κακία (actual malice), δηλαδή, με γνώση ότι ήταν ψευδής ή με απερίσκεπτη αδιαφορία (reckless disregard) κατά πόσο ήταν ψευδής ή όχι.

«ΣΑΑΣΚ» – «SLAPP»

Αμφότεροι οι όροι, ο πρώτος στα ελληνικά και ο δεύτερος στα αγγλικά, αφορούν το ίδιο πράγμα και προσδιορίζουν τις «Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού» («ΣΑΑΣΚ») ή «Strategic Lawsuits Against Public Participation» («SLAPP»).

Οι δημοσιογράφοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην διευκόλυνση του δημόσιου διαλόγου, καθώς και στη μετάδοση και στην υποδοχή πληροφοριών, απόψεων και ιδεών. Θα πρέπει να ασκούν τις δραστηριότητές τους αποτελεσματικά και χωρίς φόβο, προκειμένου να διασφαλίζεται η πρόσβαση των πολιτών σε πληθώρα απόψεων σε μια δημοκρατική χώρα. Η ανεξάρτητη, επαγγελματική και υπεύθυνη δημοσιογραφία, καθώς και η πρόσβαση σε πολυφωνική ενημέρωση, αποτελούν βασικούς πυλώνες της Δημοκρατίας. Ειδικότερα, οι ερευνητές δημοσιογράφοι και οι Οργανισμοί Μέσων Ενημέρωσης, διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην αποκάλυψη και στην καταπολέμηση του Οργανωμένου Εγκλήματος, της κατάχρησης της εξουσίας, της διαφθοράς, των παραβάσεων των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και του εξτρεμισμού. Ισχυρισμοί περί διαφθοράς, απάτης, υπεξαίρεσης χρημάτων, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εκβιασμού, εξαναγκασμού, σεξουαλικής παρενόχλησης και έκφυλης βίας ή άλλων μορφών εκφοβισμού και εγκληματικότητας, συμπεριλαμβανομένων της οικονομικής εγκληματικότητας και του περιβαλλοντικού εγκλήματος, συνιστούν θέματα δημοσίου συμφέροντος (βλ. Σκέψεις 10, 11 και 26 της Νέας Anti-SLAPP Οδηγίας).

Η αξία της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία, προστατεύεται και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, στην υπόθεση New York Times Co. v. Sullivan, 376 U.S. 254 (1964), τέθηκε ξεκάθαρα η έκταση της δέσμευσης στην αρχή, ότι ο διάλογος σε δημόσια θέματα μπορεί να περιλάβει σφοδρές, καυστικές και κάποιες φορές δυσάρεστες επιθέσεις στους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Το ίδιο και στον Καναδά, στο Οντάριο, με τον Νόμο Protection of Public Participation Act, 2015, ο οποίος εισήγαγε το Άρθρο 137.1-135.52, του Ontario’s Courts of Justice Act, προβλέπεται γρήγορος και συνοπτικός μηχανισμός εξέτασης αγωγών SLAPP.

Στην Ευρώπη, το Ε.Δ.Α.Δ. (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), εξασφαλίζει την προνομιακή μεταχείριση της ελευθερίας της έκφρασης, ιδιαίτερα σε διαδικασίες ισχυριζόμενης προσβολής της τιμής δημοσίων προσώπων ή υποθέσεων δημοσίου συμφέροντος.

Στις 11/11/2021, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει δέσμη, τόσο Κανόνων Ήπιου Δικαίου, όσο και Κανόνων Δεσμευτικής Νομοθεσίας, για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου αριθμού στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού («ΣΑΑΣΚ») που αφορούν τους δημοσιογράφους, μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), ακαδημαϊκούς και την κοινωνία των πολιτών στην Ένωση. Κλασσικό παράδειγμα τέτοιας μεταχείρισης αποτελεί η δολοφονημένη Μαλτέζα δημοσιογράφος Δάφνη Καρουάνα Γκαλιζία, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκαν αρκετές αγωγές με στόχο να την φιμώσουν.

Η αγωγή τύπου «ΣΑΑΣΚ» ή «SLAPP» έχει ως σκοπό τον εκφοβισμό όσων ασκούν κριτική μέσω της ηθικής και οικονομικής εξουθένωσής τους και όχι να κερδηθεί η ίδια η αγωγή στο Δικαστήριο. Συνήθως, είναι αβάσιμες εν όλω ή εν μέρει. Χαρακτηριστικά τους είναι, μεταξύ άλλων, η υπερβολική αξίωση, πολλαπλές διαδικασίες, η διατύπωση απειλών, και άλλα.

Ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης που επικρατούσε στην Ευρώπη, δηλαδή ως κανονικότητα η παρέμβαση στο έργο, κυρίως των δημοσιογράφων, αντί να εκτελούν το έργο τους χωρίς να εκφοβίζονται, στις 16/4/2024, δημοσιεύτηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024, για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες («Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού») ή αλλιώς η Anti-SLAPP Ευρωπαϊκή Οδηγία.

Η Οδηγία ψηφίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με συντριπτική πλειοψηφία και τέθηκε σε ισχύ αρχές Μαΐου (5/5/2024) και, ακολούθως, τα κράτη-μέλη θα έχουν στη διάθεση τους δύο (2) έτη για την ενσωμάτωσή της στο Εθνικό Δίκαιο εκάστου Κράτους. Η Οδηγία έχει διασυνοριακό χαρακτήρα, εφαρμόζεται σε υποθέσεις Αστικής ή Εμπορικής φύσης.

Σύμφωνα με την Οδηγία, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν, σε διαδικασίες της φύσης υπό συζήτηση, αιτήσεις για:

  • Εγγυοδοσία·
  • Απόρριψη σε πρώιμο στάδιο προδήλως αβάσιμων αγωγών·
  • Μέσων έννομης προστασίας έναντι καταχρηστικών διαδικασιών· και
  • Τα Δικαστήρια θα δύνανται, αυτεπάγγελτα, να λαμβάνουν μέτρα για δικονομικές εγγυήσεις.

Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση που, σύμφωνα με την Οδηγία, όταν υποβάλλεται Αίτηση για Απόρριψη της Αγωγής σε πρώιμο στάδιο ως προδήλως αβάσιμη, το βάρος απόδειξης του βάσιμου της Αγωγής το φέρει ο Ενάγων.

Επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η διάταξη που προβλέπει την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Εναγόμενου, σε περίπτωση βλάβης του, λόγω καταχρηστικής δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, τα Δικαστήρια προς αποθάρρυνση καταχρηστικών διαδικασιών, θα έχουν τη δυνατότητα επιβολής στον Ενάγοντα, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Τέλος, η αναγνώριση απόφασης ξένου κράτους εκτός ΕΕ δεν θα είναι δυνατή εάν κριθεί ότι η διαδικασία στο τρίτο αυτό κράτος ήταν προδήλως αβάσιμη ή καταχρηστική βάσει του Δικαίου του κράτους-μέλους.

Η εξισορρόπηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών από τον Τύπο και του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου για τη φήμη και την υπόληψή του, δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Δεν υφίσταται δικαίωμα στη δυσφήμηση οποιουδήποτε προσώπου, αλλά από την άλλη, το δικαίωμα ελευθερίας του Τύπου προσδίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε θέματα δημόσιου συμφέροντος. Ως αποτέλεσμα, θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο δικαιωμάτων αναλογία. (βλ. Θεοχάρους v. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ», κ.ά. Π. Ε. Αρ. 285/2014, ημερ. 27/2/2024).

Η Κυπριακή Δικαιοσύνη, ως είναι υποχρεωμένη, ακολουθεί τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αναφορικά με την αντιμετώπιση των δύο, ως άνω, δικαιωμάτων. Η τάση στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Το τελευταίο κατατάσσεται ψηλά και αποδίδεται σε αυτό ιδιαίτερη αξία, ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης της προόδου της. Ειδικά για τα πολιτικά ή άλλη δημόσια πρόσωπα, έκρινε ότι εφόσον έχουν εισέλθει στο δημόσιο στίβο, θα έπρεπε να αναμένουν και να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική και, παράλληλα, αναγνωρίζεται στους δημοσιογράφους ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης σε αυτά που αναφέρονται, εντός των επιτρεπόμενων πάντοτε παραμέτρων. Στην Scharsach And News Verlagsgesellschaft mbH v. Austria, Appl. No. 39394/98, ημερ. 13/11/2003, η παραπονούμενη πολιτικός και σύζυγος γνωστού δεξιού πολιτικού και εκδότη περιοδικού που θεωρείται ακροδεξιό, χαρακτηρίστηκε ως «Closet Nazi». Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η φράση στα περιστατικά της υπόθεσης ήταν αποδεκτή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραπονούμενη ήταν πολιτικός και από την άλλη, το ρόλο του δημοσιογράφου και του Τύπου για μεταφορά πληροφόρησης και ιδεών επί θεμάτων δημόσιου συμφέροντος, ακόμη και αν θίγουν, σοκάρουν ή ενοχλούν. Στην Lopes Gomes Da Silva v. Portugal, Appl. No. 37698/97, ημερ. 28/9/2000 κρίθηκε από το ΕΔΑΔ ότι η καταδίκη δημοσιογράφου για άρθρο του, όπου περιγραφόταν ένας πολιτικός ως «παλιάτσος» και «γελοίος», παραβίαζε το Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η πολιτική ύβρις συχνά εγχέεται στην προσωπική σφαίρα και τέτοιος είναι ο κίνδυνος της πολιτικής και της ελευθερίας συζήτησης ιδεών, εγγυητών της δημοκρατικής κοινωνίας.

Το απαύγασμα των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, είναι ότι ένα πρόσωπο που επιλέγει την πολιτική ως επάγγελμά του, θα πρέπει να αναμένει ότι θέτει τον εαυτό του σε σκληρή κριτική και εξονυχιστική έρευνα. Δε πρέπει να αναμένει τίποτα λιγότερο.

Η ανεξάρτητη, επαγγελματική και υπεύθυνη δημοσιογραφία αποτελεί βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας και η Anti-SLAPP Οδηγία είναι ένα εργαλείο που παρέχεται στους δημοσιογράφους για να έχουν προστασία όταν, βέβαια, ενεργούν καλόπιστα.

Δικηγόρος – Πρώην Δικαστής, Ανώτατου Δικαστηρίου