Ο ιερός Χρυσόστομος θεωρεί ότι το κακό εισήλθε στη ζωή του ανθρώπου  μεταπτωτικά, ως συνέπεια της έπαρσης και της αλαζονείας, γιατί σε τελευταία ανάλυση αυτή ήταν η αιτία της πτώσης και του διαβόλου και του ανθρώπου, αλλά και ευρύτερα της εισαγωγής του κακού στον κόσμο. Λέει λοιπόν ο ιερός Πατήρ: «εξ απονοίας εισήλθε ημίν τα λυμαινόμενα κακά». Δηλαδή, εξ αιτίας της έπαρσης και της αλαζονείας μπήκε στη ζωή μας το κακό. Συνεχίζοντας δε αναφέρει: «πριν από την αλαζονεία ο διάβολος δεν ήταν έτσι, αλλά ήταν αγαθός υπηρέτης του Θεού. Το ίδιο συνέβηκε και με τον άνθρωπο που παρασύρθηκε από την αλαζονεία, που του φύτεψε ο διάβολος, πως τάχα θα γινόταν αυτόνομα θεός και στο τέλος έγινε θνητός και έχασε τη μετά του Θεού κοινωνία». Γι’ αυτό και ο ιερός Πατήρ αποφαίνεται: «ώσπερ η απόνοια πηγή της κακίας εστί, ούτως και η ταπεινοφροσύνη αρχή πάσης φιλοσοφίας». Δηλαδή, όπως η αλαζονεία είναι η πηγή της κακίας, έτσι και η ταπείνωση είναι το στέρεο θεμέλιο της αληθινής ευσέβειας.

Ο Μέγας Αθανάσιος θα τονίσει: «ταυτόσημη με τον Χριστό είναι η ταπείνωση, όπως και ταυτόσημη με τον διάβολο η αλαζονεία και η έπαρση». «Ώσπερ γαρ εν Χριστώ Ιησού η ταπείνωσις, ούτως και εν τω διαβόλω η έπαρσις». Ο διάβολος, λοιπόν, κατά τη θεολογία των θεοφόρων Πατέρων, ως εκφραστής της κακίας, είναι άσπονδος εχθρός μας. Θα πει και πάλι ο ιερός Χρυσόστομος: «ο διάβολος είναι άσπονδος εχθρός μας και κήρυξε αμείλικτο πόλεμο εναντίον μας. Εμείς δεν νοιαζόμαστε τόσο για τη σωτηρία μας, όσο εκείνος για τη δική μας πνευματική απώλεια. Πασχίζει δε διά του πλούτου να μας αποξενώσει και να μας αποκόψει από την επικοινωνία μας με τον Θεό, προβάλλοντας τον ως δέλεαρ. Όταν δεν τα καταφέρει, τότε επιφέρει τη φτώχια, ώστε και πάλι ο άνθρωπος να δυσανασχετεί κατά του Θεού για την κατάστασή του». Η Αγία Συγκλητική μέσα στο ίδιο πνεύμα κινούμενη αναφέρει χαρακτηριστικά στις περίφημες «Διδαχές» της: «πολλά τα του διαβόλου τα ένεδρα. Διά πενίας ουν μετεκίνησεν ψυχήν, πλούτον προσάγει δέλεαρ. Δι’ ύβρεων και ονειδισμών ουκ ίσχυσε, επαίνους και δόξαν προβάλλεται», δηλαδή πολλές είναι οι παγίδες του διαβόλου. Αν δεν καταφέρει με τη φτώχια να ρίξει τον άνθρωπο στο κακό, προσπαθεί με τον πλούτο να το πετύχει. Αν πάλι με τις ύβρεις και τους ονειδισμούς των ανθρώπων, δεν καταφέρει το κακό, δηλαδή την αλλοτρίωση, την αποξένωση από τον Θεό, τότε επιχειρεί να το καταφέρει με τους επαίνους και τις επευφημίες ρίχνοντάς τον άνθρωπο στην κενοδοξία.

Αξίζει να σημειωθεί πως στην ορθόδοξη Πατερική θεολογία μας, το κακό δεν έχει οντολογική διάσταση, δηλαδή δεν υπάρχει αφ’ εαυτού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης θα πει γι’ αυτό: «το κακό, εν τω μη είναι, το είναι έχειν». Το ίδιο ακριβώς θα επισημάνει και ο ιερός Χρυσόστομος που λέει χαρακτηριστικά: «όπως ακριβώς όταν ανατέλλει ο ήλιος, το σκοτάδι διαλύεται, γιατί τί είναι το σκοτάδι παρά η απουσία του φωτός, έτσι κι όταν στη ζωή του ανθρώπου εισέλθουν οι αρετές και μάλιστα η αρετή της ταπείνωσης κάθε κακία σβήνει και υποχωρεί». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεωρεί πως «κακόν εστί η του Θεού αλλοτρίωσις», δηλαδή κακό είναι η αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στον δεύτερο τόμο της φιλοκαλίας θα επισημάνει: «νους που ενώνεται με τον Θεόν διά της προσευχής γίνεται νους φιλόσοφος, δίκαιος, άγιος. Νους δε αποξενωμένος από τον Θεό, γίνεται κτηνώδης, θηριώδης, δαιμονιώδης». Η Εκκλησία λοιπόν προβάλλει ως κατ’ εξοχήν χώρος υπέρβασης του κακού και οικείωσις του υψίστου αγαθού, που είναι ο Τριαδικός Θεός. Θα πει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις «Κατηχήσεις» του: «εκκλησία δε αύτη εστίν διά το πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγειν». Η Εκκλησία είναι πρόκληση, πρόσκληση σωτηρίας. Καλεί τον άνθρωπο να αποβάλλει το κακό και να ενστερνισθεί το αγαθό. Αυτό πετυχαίνεται, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, εκτός των άλλων και με τη μετοχή του ανθρώπου στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Λέει ο ιερός Πατήρ: «πώς απαλλαγησόμεθα από της λύμης των πονηρών λογισμών και των παθών; Το τίμιον αίμα του Χριστού τούτο εστί, ει μετά παρρησίας ληφθείη». Πώς θα απαλλαχθούμε από τους κακούς λογισμούς και από τα πάθη; Με την κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Σε αυτή την περίπτωση, κατά τη θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο άνθρωπος γίνεται θεοειδής και επομένως, θα λέγαμε εμείς, έμπλεος κάθε αγαθού και ξένος κάθε κακίας.

Θεολόγος – Διευθυντής Γραφείου Ορθοδόξου Ομολογίας Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού