Στο προηγούμενό μου άρθρο με τίτλο «Πολιτική ισότητα, ή δυσμενής διάκριση σε βάρος της πλειοψηφίας;» (reversed is crimination) υποστήριξα, με πολιτικούς όρους και παραδείγματα, ότι η πολιτική ισότητα αφορά ατομικά τους πολίτες και όχι σύνολα, ομάδες, ή κοινότητες. Στο σημερινό άρθρο θα αναφερθώ στο «δικαίωμα» των Τουρκοκυπρίων για «αποτελεσματική συμμετοχή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση», το οποίο η τουρκική πλευρά εντάσσει στο πλαίσιο της πολιτικής ισότητας.
Πρέπει εξ’ αρχής να εξηγηθεί ότι με το αίτημα για «αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση» η Άγκυρα και η τουρκοκυπριακή ηγεσία εννοούν την εκπροσώπηση της τουρκοκυπριακής πολιτείας, ή κρατιδίου, ως οντότητα, στην κεντρική κυβέρνηση και όχι τη συμμετοχή Τουρκοκυπρίων πολιτών σε αυτή. Αυτό που στην ουσία θέλει η τουρκική πλευρά, είναι οι Τουρκοκύπριοι που θα διορίζονται στην κεντρική κυβέρνηση να έχουν την έγκρισή της και να είναι υπόλογοι σε αυτή και όχι στον πρόεδρο της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η συμμετοχή πολιτειών, ή κρατιδίων, σε μια κεντρική κυβέρνηση, ως οντοτήτων, μέσω του διορισμού εκπροσώπων τους, είναι γνώρισμα συνομοσπονδιακών πολιτευμάτων, που προέρχονται από τη συνεργασία, ή ένωση ανεξαρτήτων κρατών κάτω από μια ομπρέλα. Σε αυτή την περίπτωση, οι διοριζόμενοι εκπροσωπούν την πολιτεία από την οποία προέρχονται, μεταφέρουν τις θέσεις και απόψεις της σε όλα τα θέματα πολιτικής, είναι υπόλογοι στον κυβερνήτη της πολιτείας από την οποία προέρχονται και όχι στον πρόεδρο ή πρωθυπουργό της κεντρικής κυβέρνησης, ο οποίος δεν μπορεί να τους παύσει ή να τους αντικαταστήσει.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συμβαίνει στα ομοσπονδιακά συστήματα. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, ένας κυβερνήτης δεν μπορεί να ζητήσει να εκπροσωπηθεί η πολιτεία του στην κεντρική κυβέρνηση από τον ένα ή τον άλλο πολιτικό. Ούτε και οι αξιωματούχοι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχουν να δώσουν λόγο στους κυβερνήτες των πολιτειών από τις οποίες προέρχονται.
Στα ομοσπονδιακά συστήματα, οι επιμέρους πολιτείες δεν έχουν κανένα ρόλο, συμμετοχή, υποβολή προτάσεων, ή πολιτικών θέσεων για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της κεντρικής κυβέρνησης, ούτε άμεσα, ούτε και έμμεσα. Οι επιμέρους πολιτείες περιορίζονται στις εξουσίες και αρμοδιότητες που τους έχει παραχωρήσει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στη δική τους γεωγραφική περιφέρεια και αυτές οι εξουσίες και αρμοδιότητες είναι οι ίδιες για όλες τις πολιτείες.
Στο ομοσπονδιακό σύστημα των ΗΠΑ, όλες οι πολιτείες αντιμετωπίζονται ισότιμα από την κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και ο πληθυσμός της κάθε μιας. Για το λόγο αυτό, η κάθε πολιτεία εκλέγει μεν αντιπροσώπους στη Βουλή, αλλά ο αριθμός τους εξαρτάται από τον πληθυσμό της. Η Καλιφόρνια, π.χ., που είναι η πολυπληθέστερη πολιτεία εκλέγει 53 βουλευτές, ενώ εφτά πολιτείες εκλέγουν μόνο από ένα. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε πολιτείας δεν είναι σταθερός, ούτε και καθορίζεται από το Σύνταγμα. Κάθε 10 χρόνια γίνεται απογραφή του πληθυσμού και με βάση τους κατοίκους της κάθε πολιτείας αποφασίζεται και ο αριθμός των βουλευτών που θα εκλέξει. Όλες οι πολιτείες, όμως, εκλέγουν από δύο γερουσιαστές. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι υπάρχει μεν ισότητα των πολιτειών, αλλά ταυτόχρονα λαμβάνεται υπόψη και η πληθυσμιακή τους αναλογία.
Το να λέμε ότι πρέπει να συμμετέχουν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση τόσοι Ελληνοκύπριοι και τόσοι Τουρκοκύπριοι, ή ένα από τα τάδε υπουργεία ανήκει στην μία ή στην άλλη κοινότητα, δεν είναι γνώρισμα ομοσπονδιακού συστήματος. Επιβάλλεται να ξεφύγουμε από το διαμερισμό της εξουσίας και μάλιστα δια νόμου, με βάση εθνοτικά, θρησκευτικά, ή γλωσσικά κριτήρια. Μόνο έτσι θα μπορέσει να λειτουργήσει το κράτος. Το παράδειγμα του Λιβάνου, όπου η «αποτελεσματική συμμετοχή» καθορίστηκε με βάση θρησκευτικά κριτήρια και πού οδηγήθηκε η χώρα μετά από μερικά χρόνια πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά και να μας αφυπνίσει.
*Πολιτικός Επιστήμονας/Δημοσιογράφος