Ο Χρήστος Αρβανίτης απαντά σε επιστολή της Θεοδώρας Παυλίδου («Φ» 4/11/24) με τίτλο «Όταν η δημοσιογραφία αστοχεί…» (δείτε πιο κάτω)

Αν αυτά που έγραψα στο άρθρο μου «Η αλαζονεία της αυθεντίας» («Φ» 27/10/24) εκλαμβάνονται ως επίθεση, όπως διατείνεται η Θεοδώρα Παυλίδου, αυτή δεν είναι διόλου ανεξήγητη: Με αφορμή ένα περιστατικό σε Γυμνάσιο της Λευκωσίας σε βάρος μαθητή με ΔΕΠΥ, σχολίαζα την αντίδραση του Συνδέσμου Διευθυντών και της πρόεδρου του, όπως είχα κάθε δικαίωμα. Οι δηλώσεις και το άρθρο της ήταν μια απρόκλητη επίθεση εναντίον των γονιών «των μικροφώνων και των μεγάλων δηλώσεων», ενώ διαμαρτυρόταν για τη στάση του υπουργείου που «δίνει πολύ περισσότερη σημασία και βαρύτητα στις επιθυμίες, τις δηλώσεις και τις απόψεις του οποιουδήποτε γονέα» – τονίζω: του οποιουδήποτε! Θα έπρεπε δηλαδή να τους αγνοεί όλους και να ακούει μόνο τους διευθυντές;

Η κ. Χατζηγέρου απάντησε ότι αναφερόταν «σε μικρή μερίδα» κακών γονέων, στους οποίους προφανώς συμπεριλαμβάνει τον συγκεκριμένο πατέρα, ενώ αποσιωπά το περιστατικό αυτό. Ωστόσο, προφανώς με αυτό αφορμή, γενικεύει κατηγορώντας το υπουργείο, τους γονείς (μικρή ή μεγάλη μερίδα;) και όποιον άλλο… «ενοχλεί» τους διευθυντές. Όμως, για το περιστατικό αυτό και τα ερωτήματα που έθεσα, δεν έχω ακόμα δει οποιαδήποτε απάντηση από κανέναν – συμπεριλαμβανομένου του υπουργείου Παιδείας και της Επιτρόπου για το Παιδί: Ήταν σωστό να πάρουν το ημερολόγιο του μαθητή; Ήταν σωστό να διαβάσουν τι έγραφε; Ήταν σωστό να μην του το δίνουν πίσω; Ποιο λάθος έκανε ο πατέρας; Ήταν σωστό να τον διώξουν όταν πήγε να ζητήσει εξηγήσεις και το τετράδιο του παιδιού του; Όταν απείλησε να πάει στην Αστυνομία, ήταν σωστό να του πουν «πήγαινε όπου θέλεις», και μετά να διαμαρτύρονται γιατί το έκανε; Ήταν σωστό που υποχρεώθηκε το παιδί, εξαιτίας τους, να αλλάξει σχολείο;

Αν όλα αυτά τα θεωρούν σωστά η κ. Χατζηγέρου –και η κ. Παυλίδου που την υπερασπίζεται, χωρίς τίποτα επιπλέον επί της ουσίας– γιατί δεν το λένε καθαρά αλλά περιορίζονται σε νουθεσίες (άστοχη δημοσιογραφία, μη διερεύνηση, άδικη επίθεση, άγνοια… από τη Θ.Π.) και ένα πλήθος χαρακτηρισμών και προσβλητικών επιθέτων («αδιάβαστος» δημοσιογράφος –αλλού «διαβασμένος»–, κάνει ανέξοδα τον Δον Κιχώτη από τον καναπέ του, κολλημένος και αναμενόμενος, «υποκρίνεται» τον ειδικό, εμπάθεια, γραφή χολής, αλαζονική δημοσιογραφία κ.ά. από την Ε.Χ.); Επίπεδο, ε; Μη μου πείτε ότι όλα αυτά δεν αξίζουν ένα «ουάου!»…

Ο μόνος χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησα ήταν αυτός περί αλαζονικής συμπεριφοράς: Αλαζόνες είναι οι άνθρωποι που δεν ανέχονται καμιά κριτική, που θεωρούν ότι είναι παντογνώστες και κάτοχοι της μοναδικής, αποκλειστικής αλήθειας. Αυτό αποκόμισα από τις τοποθετήσεις της Ε.Χ. – δικά της λόγια, όχι από καμιά δική μου φαντασίωση ή ανεξήγητο «κόλλημα». Θα περίμενα να απαντούσε με επιχειρήματα και όχι με επίδειξη του ρεπερτορίου της σε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς.

Κάτι ακόμα: Η κ. Χατζηγέρου απορρίπτει την παρατήρησή μου ότι δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να δείξει ένας εκπαιδευτικός καλή θέληση, ευελιξία, λίγη ενσυναίσθηση και συμπόνοια απέναντι σε παιδιά με ιδιαιτερότητες, αντί να οχυρώνεται πίσω από τους κανονισμούς. Ωστόσο, η ίδια λέει ότι –σύμφωνα με κάποια αόριστα διεθνή επιστημονικά δεδομένα– «όσα παιδιά έχουν ΔΕΠΥ μπορούν να αναλάβουν, όπως αναμένεται και από τους υπόλοιπους μαθητές, την ευθύνη που τους αναλογεί σε ό,τι αφορά στις πράξεις και στη συμπεριφορά τους […] εκτός αν κρατική Επιτροπή Ειδικών αποφασίσει διαφορετικά». Κάνει γενικευμένη… διάγνωση εκ του μακρόθεν, δηλαδή, αγνοώντας όσα λένε οι ειδικοί στην Κύπρο και οι Σύνδεσμοί τους για τη ΔΕΠΥ. Κατά τα άλλα, εγώ είμαι αυτός που «υποκρίνεται» τον ειδικό «για το πώς εμείς οι διευθυντές και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουμε τα παιδιά με ΔΕΠΥ (έλα παππού να σου δείξω τα αμπέλια σου)». Τελικά, αποφασίστε: Χρειάζονται ή όχι ειδικές γνώσεις; Και ποιος «υποκρίνεται τον ειδικό» εδώ; Αυτό δεν είναι αλαζονεία;

Άποψή μου είναι, αρέσει δεν αρέσει στους διευθυντές, ότι οι θέσεις των διευθυντών στα σχολεία θα πρέπει να προκηρύσσονται, με προαπαιτούμενο, μεταξύ άλλων, ειδικά διοικητικά προσόντα. Στο κάτω-κάτω, το ότι υπάρχει ξεχωριστό συνδικαλιστικό όργανο διευθυντών (ο ΣΕΔΜΕΚ), σε αντιδιαστολή με την ΟΕΛΜΕΚ, δεν δείχνει ότι πρόκειται για μια διαφορετική δουλειά από αυτή του απλού εκπαιδευτικού; Και πού μαθαίνει κανείς αυτό το επάγγελμα; Πώς παίρνει πτυχίο, πώς καταρτίζεται σχέδιο υπηρεσίας, πώς γίνονται οι διορισμοί (αντί προσλήψεων) και με ποια κριτήρια;

Δεν είναι, άρα, θέμα τύχης ότι υπάρχουν καλοί διευθυντές; Ενοχλητικές ερωτήσεις από έναν «κολλημένο» δημοσιογράφο, που είναι «εμπαθής» και που… δεν ξέρει τι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Ζητώ συγγνώμη, αλλά θα το ξανακάνω, αγαπητή Θεοδώρα.

Διαβάστε εδώ το άρθρο της Θεοδώρας Παυλίου:

Όταν η δημοσιογραφία αστοχεί …

Η Θεοδώρα Παυλίδου σχολιάζει άρθρο του Χρήστου Αρβανίτη με τίτλο «Η αλαζονεία της αυθεντίας», που δημοσιεύθηκε στον «Φ της Κυριακής» στις 27 Οκτωβρίου.

Αγαπητέ Χρήστο, προσπαθώ να καταλάβω την ανεξήγητη επίθεση σου στην πρόεδρο του ΣΕΔΜΕΚ και διευθύντρια του Λυκείου Παλ/σσας κ. Έλενα Χατζηγέρου και πώς με αυτή την παρέμβαση σου υπηρετείς το δημόσιο συμφέρον.
Αν ήθελες να ερευνήσεις το περιστατικό με το τετράδιο του μαθητή, θα μπορούσες να μιλήσεις με όλους τους εμπλεκόμενους και να γράψεις κάποια αντικειμενικά συμπεράσματα σου για τον «χαμό» που έγινε, συμβάλλοντας σε μια πιο ψύχραιμη οπτική των πραγμάτων. Αν ήθελες να σχολιάσεις το θέμα της ανεπάρκειας κάποιων διευθυντών να χειριστούν θέματα παιδιών με ιδιαίτερα προβλήματα, θα μπορούσες να τεκμηριώσεις τις απόψεις σου με γεγονότα και στοιχεία ή να επιχειρηματολογήσεις εκτενώς για την αλλαγή του τρόπου διορισμού των διευθυντών. Διότι, προφανώς, δεν είναι πολύ πειστικό ότι ένας τεχνοκράτης με διοικητικά προσόντα, όπως εισηγείσαι, θα είχε περισσότερη ενσυναίσθηση σε μαθητές με ιδιαιτερότητες.
Δεν επέλεξες τίποτε από όλα αυτά, αλλά επέλεξες να ειρωνευτείς την κ. Χατζηγέρου και τον Σύνδεσμο Διευθυντών που ζητούν να σταματήσουν οι γονικές παρεμβάσεις στο Υπουργείο και στα ΜΜΕ, σχολιάζοντας με δύο «Ουάου» τις απόψεις τους. Επέλεξες να αγνοήσεις την πραγματικότητα για το ποιοι και με ποιο τρόπο κάνουν παρεμβάσεις και πόσο άκομψα πολλές φορές το Υπουργείο Παιδείας ακυρώνει τις προσπάθειες καθηγητών και διευθυντών να είναι σωστοί και δίκαιοι απέναντι στο σύνολο των μαθητών. Καμιά ενσυναίσθηση δική σου για τις εύθραυστες ισορροπίες και τη μικροδικαιοσύνη που οφείλει να έχει ένα σχολείο.
Σχολιάζεις, επίσης, την ειλικρινή δήλωση της κ. Χατζηγέρου ότι πολλές φορές οι εκπαιδευτικοί μπορεί και να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του παιδιού με μια απαράδεκτη για μένα φράση «άμα μας κάτσει, δηλαδή, καλώς… », που φανερώνει το λιγότερο αδυναμία να εκτιμήσεις μια εκπαιδευτικό που τολμά να πει αλήθειες.
Επέλεξες να παρερμηνεύσεις την ξεκάθαρη άποψη της κ. Χατζηγέρου που μιλούσε για «τους γονείς των μικροφώνων και των μεγάλων δηλώσεων» και όχι όλους τους γονείς, παρουσιάζοντας την να είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με γονείς, μαθητές και υπουργείο Παιδείας. Η κ. Χατζηγέρου μιλούσε με «σκληρές» εκφράσεις για τις περιπτώσεις «υπεύθυνων ενηλίκων που κάνουν πλιάτσικο σε βάρος των παιδιών τους». Ποια είναι η θέση σου για αυτούς τους ενήλικες με εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά; Επί της ουσίας διαφωνείς με την πρόταση του ΣΕΔΜΕΚ που επίμονα ζητούν από το Υπουργείο να συμφωνηθεί μια διαδικασία εξέτασης παραπόνων;
Το να θεωρείς επίσης ότι τα εκπαιδευτικά θέματα είναι απλά και ότι «δεν χρειάζονται και τόσο εξειδικευμένες γνώσεις, απλώς λίγη ενσυναίσθηση», φανερώνει άγνοια για τη μικροκοινωνία ενός σχολείου που πρέπει να λειτουργήσει με κάποιους κανονισμούς και πρέπει να ανταποκριθεί σε πολλαπλές απαιτήσεις. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολυδιάστατα και πολύπλοκα είναι κάποια θέματα και πόσο δύσκολο είναι να παρθούν αποφάσεις για τις οποίες πολλές φορές δεν είσαι σίγουρος αν είναι οι σωστές.
Σίγουρα κανείς δεν αμφιβάλλει ότι κάποιοι διευθυντές ή κάποιοι καθηγητές είναι ανεπαρκείς ή δεν έχουν την ευσυνειδησία που απαιτείται. Σίγουρα σε ένα σχολείο με εκατοντάδες μαθητές και δεκάδες καθηγητές είναι πιθανόν να γίνουν και άστοχοι ή λανθασμένοι χειρισμοί. Όμως δεν μπορείς εν ονόματι κάποιων ανεπαρκών εκπαιδευτικών να απαξιώνεις αυτούς που πραγματικά μοχθούν μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Η κ. Χατζηγέρου είναι μια από αυτές τις εκπαιδευτικούς και για αυτό γράφω αυτήν την επιστολή για να υπερασπιστώ αυτούς τους πολύτιμους εκπαιδευτικούς μέσα στα σχολεία που παρ’ όλη την απαξίωση που έχουν, συνεχίζουν να αγωνίζονται. Γράφω, επίσης, γιατί θεωρώ άδικη την επίθεση σου που φανερώνει εμπάθεια και προκατάληψη απέναντι στους εκπαιδευτικούς, όπως ήδη επεσήμανε η ίδια η κ. Χατζηγέρου στη απάντηση που σου έγραψε.
Συνοψίζοντας, θέλω να πω ότι ενώ αναγνώρισες πολύ σωστά από την αρχή του άρθρου σου ότι τέτοια θέματα πρέπει να λύνονται σε επίπεδο σχολείου, δεν διευκρίνισες ποια θα πρέπει να είναι η διαδικασία σε περίπτωση που δεν λύνονται μέσα στο σχολείο . Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια διαδικασία που να διασφαλίζει ότι θα υπάρχει αλληλοσεβασμός ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς; Αυτό ζητούν οι διευθυντές και όχι τη φίμωση των γονιών όπως πιθανόν εσύ θεώρησες. Και είναι η πρώτη φορά που αρθρώνουν δυναμικά λόγο και απαιτούν από το Υπουργείο να επιλύσει επιτέλους με έναν ορθολογικό τρόπο αυτό το θέμα που συχνά εξευτελίζει και τους εκπαιδευτικούς και το υπουργείο Παιδείας και τους γονείς.