Για δεκαετίες, η διαχείριση του Κυπριακού χαρακτηρίζεται από ελλείψεις, καθυστερήσεις και απουσία μιας σταθερής εξωστρεφούς στρατηγικής. Διαδοχικές κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν επαρκώς τα διεθνή εργαλεία που είχαν στη διάθεσή τους, ούτε ανέπτυξαν μια συνεκτική πολιτική πίεσης προς τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Σε κρίσιμες περιόδους, όπου υπήρχαν περιθώρια προόδου, έλειψε η πολιτική αντοχή και η επιμονή που απαιτείται για ουσιαστική διαπραγμάτευση, ενώ ο διεθνής παράγοντας δεν αξιοποιήθηκε στο βαθμό που θα μπορούσε για άσκηση πίεσης προς την Τουρκία.

Είναι εύλογο το ερώτημα: θα μπορούσε η κατεχόμενη επαρχία Αμμοχώστου να είχε επιστραφεί, εάν υπήρχε πιο στοχευμένη στρατηγική και πιο αποφασιστική διαπραγμάτευση;

Παρά τις κατά καιρούς δυνατότητες, η επιστροφή της Αμμοχώστου, όπως προνοείται και από σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ, δεν τέθηκε με την απαιτούμενη ένταση και συνέπεια. Η επιμονή σε αποκλειστικά συνολικές λύσεις, χωρίς παράλληλη αξιοποίηση ενδιάμεσων μέτρων, οδήγησε σε αδράνεια και απώλεια σημαντικών ευκαιριών.

Το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό. Η εικόνα στην Αμμόχωστο επιδεινώνεται, με μεγάλο μέρος της πόλης να βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό κατοχή και κατοίκηση, ενώ το υπόλοιπο δέχεται συνεχή πίεση για περαιτέρω εποικισμό, κατά παράβαση των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ.

Στην Καρπασία και τη Μεσαορία έχει παγιωθεί μια πορεία ερήμωσης και αλλοίωσης. Ο παράνομος εποικισμός και η μεταβολή της πληθυσμιακής σύνθεσης μεταβάλλουν σταδιακά τον ιστορικό και πολιτισμικό χαρακτήρα των περιοχών, ενώ η διεθνής κινητοποίηση παραμένει περιορισμένη και αποσπασματική.

Ταυτόχρονα, οι εκδιώξεις των Ελληνοκυπρίων της Καρπασίας και της Μεσαορίας, η πίεση στους εγκλωβισμένους και η συστηματική καταστροφή και λεηλασία της χριστιανικής και πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελούν μια συνεχή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυπριακή διασπορά παραμένει ένας κρίσιμος αλλά υποαξιοποιημένος παράγοντας. Οι παροικίες στο εξωτερικό, παρά τη σημαντική επιρροή που μπορούν να ασκήσουν, δεν έχουν ενισχυθεί με τη στρατηγική και θεσμική στήριξη που απαιτείται.

Οι Κυπριακές Ομοσπονδίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού, με εθελοντική δράση και συνεχή προσπάθεια, συνέβαλαν ουσιαστικά στη διεθνή παρουσία του Κυπριακού. Μέσα από επαφές με βουλευτές, δράσεις σε κοινοβούλια και προώθηση ψηφισμάτων, διατήρησαν το θέμα ενεργό στη διεθνή ατζέντα. Ωστόσο, χωρίς ενισχυμένο ρόλο, η συμβολή τους παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία συνεχίζει να δρα με σταθερή στρατηγική, αξιοποιώντας διπλωματικά, πολιτικά και γεωπολιτικά εργαλεία για να ενισχύει τη θέση της σε διεθνές επίπεδο.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, απαιτείται σαφής αλλαγή προσέγγισης.

Η νέα Βουλή οφείλει να επανεξετάσει την ουσιαστική προώθηση στοχευμένων μέτρων, όπως η επιστροφή της Αμμοχώστου, με πλήρη αξιοποίηση των ψηφισμάτων και των διεθνών μηχανισμών.

Παράλληλα, η θεσμοθέτηση Επιτρόπου Θρησκευμάτων, με αποστολή την καταγραφή και διεθνή καταγγελία των λεηλασιών της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς στην Καρπασία, τη Μεσαορία και τα κατεχόμενα εδάφη, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο διεθνούς πίεσης και τεκμηρίωσης.

Η ανάγκη για μια πιο εξωστρεφή και οργανωμένη στρατηγική δεν είναι θεωρητική. Έχει ήδη αποδειχθεί στην πράξη, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, μέσα από τη δράση της κυπριακής διασποράς.

Η εμπειρία δείχνει ότι η εξωστρέφεια φέρνει αποτελέσματα. Ο Σύνδεσμος Αμμοχώστου στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσα από συντονισμένες ενέργειες, επαφές με βουλευτές, δράσεις στο Βρετανικό Κοινοβούλιο και προώθηση ψηφισμάτων, συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση του Κυπριακού στη διεθνή ατζέντα και στην ενίσχυση της πολιτικής πίεσης.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: χωρίς στρατηγική, επιμονή και διεθνή παρουσία, τα δίκαια δεν δικαιώνονται.

Η Αμμόχωστος, η Καρπασία και η Μεσαορία δεν μπορούν να περιμένουν άλλο.

Η διεκδίκηση πρέπει να γίνει οργανωμένη, σταθερή και συνεχής – μέχρι τη δικαίωση.

*Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ