Είμαστε εν μέσω πρωτοφανών ευνοϊκών συνθηκών για τα εθνικά δίκαια, λόγω ΕΕ και άλλων γεωπολιτικών εξελίξεων, αλλά αυτές οι δυνατότητες αχρηστεύονται από την εμμονική φοβία κυρίως της Αθήνας, στην οποία σύρεται αναπόφευκτα και η Λευκωσία. Το σύνδρομο φοβίας καθιέρωσε ως εξωτερική πολιτική ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και ανακυκλώνεται σε ΜΜΕ. Προς όσους προτάσσουν ορθολογική σκέψη αντί για φοβία, οι «φοβικοί» ανακυκλώνουν ένα μόνιμο ερώτημα: «Εάν δεν έχουμε διάλογο με την Τουρκία, τι θέλετε; Τον πόλεμο;»  Όταν ο Πρωθυπουργός Μητσοτάκης το 2019-2020, διακήρυττε ορθά σε ΕΕ, ΗΠΑ και πολλές πρωτεύουσες ανά τον κόσμο ότι θα προασπιστούμε τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα με όλα τα μέσα απέναντι στον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό στο Αιγαίο κι αλλού (με το παράνομο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο), που ήταν οι σημερινοί «σώφρονες» να απαιτήσουν …διάλογο με τον τουρκικό επεκτατισμό; 

Πρόσφατο δείγμα των ευνοϊκών δυνατοτήτων που η πολιτική της εμμονικής φοβίας αχρηστεύει, είναι η έκδοση χαρτών από την ΕΕ στους οποίους τα χωρικά ύδατα των νησιών του Αιγαίου ορίζονται στα 12 ναυτικά μίλια, περιλαμβανομένου του Καστελόριζου και με τις ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου να εφάπτονται βάσει του Δικαίου του ΟΗΕ για την Θάλασσα, το οποίο αποτελεί και δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ. Αναμφίβολα, η πολιτική της φοβίας θα αχρηστεύσει και αυτό αφού για χρόνια η Ευρ. Επιτροπή ζητά, βάσει ευρωπαϊκής νομοθεσίας, από την Ελληνική Κυβέρνηση να ορίσει θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, αλλά η Αθήνα δεν ανταποκρίνεται λόγω φοβίας… τουρκικών αντιδράσεων.

Είμαστε στο 2024, Ελλάδα και Κύπρος είναι κράτη-μέλη στην ΕΕ, υπάρχει η στενότερη σχέση που υπήρξε ποτέ με τις ΗΠΑ, με δύο πολέμους σε εξέλιξη και που ένας τρίτος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας θα τίναζε οριστικά το ΝΑΤΟ και που οι ΗΠΑ δεν θα επέτρεπαν, με την ΕΕ να έχει αποφανθεί καταδικαστικά για τις τουρκικές παρανομίες στην Ανατ. Μεσόγειο και τόσα άλλα… Στην Αθήνα αποφεύγουν τα πάντα λόγω φοβίας πολέμου με την Τουρκία, η οποία αποδεδειγμένα αποφεύγει την γενικευμένη σύγκρουση με την Ελλάδα κι επιτίθεται στρατιωτικά μόνο όταν το θύμα είναι εντελώς ανυπεράσπιστο (Κύπρος 1974, Κουρδιστάν, Συρία, Λιβύη, Ιράκ). Σε τέτοιες συνθήκες, η Αθήνα έχει εγκαταλείψει το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποδεχόμενη τον διμερή «διάλογο» με την Τουρκία, της οποίας οι υπερεξοπλισμοί ξεκίνησαν πάλι με κυριότερο επιχείρημα το δήθεν «καλό κλίμα» με την Ελλάδα. Και η Τουρκία απαντά εμμένοντας σε «τουρκική μειονότητα» στη Θράκη, αντί για μουσουλμανική όπως η σχετική Διεθνής Συνθήκη, για νησιά του Αιγαίου υπό «ελληνική κατοχή», προχωρά σε παραβιάσεις και στρατιωτικές ασκήσεις δίπλα στη Ρόδο. Επιπλέον, με το Τουρκολυβικό Μνημόνιο, με απαίτηση για λύση δύο κρατών κι επιδίωξη αναγνώρισης του κατοχικού καθεστώτος στην Κύπρο, αρνούμενη να εφαρμόσει την Τελωνειακή Ένωση με την Κύπρο όπως δεσμεύτηκε προς την ΕΕ από το 2005 κ.ά.

Η εμμονική φοβία ως εξωτερική πολιτική οδηγεί πιο κοντά στον πόλεμο αλλά χρειάζεται διορατικότητα για να γίνει αντιληπτό.

*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ – S&D