Η πρόσφατη εκδήλωση διαμαρτυρίας στη Λάρνακα και η πορεία που κατέληξε στο εκπαιδευτικό κέντρο CyCLOPS («Cyprus Centre for Land, Open Seas and Port Security») μας υποχρεώνει να επαναλάβουμε τη συζήτηση σχετικά με τη θέση και την κατεύθυνση της Κυπριακής Δημοκρατίας στον διεθνή χώρο. Η διαμαρτυρία φαίνεται πως οργανώθηκε από το Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης, μέλος του παγκόσμιου συναφούς φορέα, με συγκεκριμένο ιστορικό στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Συμμετείχαν όλες σχεδόν οι συνδεδεμένες με το ΑΚΕΛ οργανώσεις καθώς και ο δήμαρχος Λάρνακας, της πόλης που φιλοξενεί το συγκεκριμένο Κέντρο.

Η σύντομη ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας περιέχει πολλές ατυχείς πολιτικές επιλογές και ορισμένα τραγικά γεγονότα. Τα τελευταία χρόνια, σε σχετικά επαρκή χρονική απόσταση, ακαδημαϊκοί και άλλοι ερευνητές – Κύπριοι και μη – μας έδωσαν θεωρώ αρκετή πληροφόρηση και ανάλυση για να είμαστε σε θέση να εξάγουμε συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά, είτε αφορούν στην δράση της ντόπιας πολιτικής τάξης και στις δυο κοινότητες, είτε στους ρόλους τρίτων κρατών, συχνά εργαλειοποιούνται απροκάλυπτα και τυχοδιωκτικά στο πλαίσιο μιας παλαιοκομματικής λογικής που εξυπηρετεί σε κάποιο βαθμό τον πολιτικό εσωτερικό ανταγωνισμό. Μπορούν και χρειάζεται όμως, να αποτελέσουν και βάση για στρατηγικό σχεδιασμό της μελλοντικής πορείας της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη ανάγκες και δυνατότητες στο πλαίσιο της γεωπολιτικής συγκυρίας.

Σήμερα, τα βασικά αδιαμφησβήτητα δεδομένα για την Κυπριακή Δημοκρατία είναι δύο. Η κατοχή μεγάλου μέρους της επικράτειας της από τον τουρκικό στρατό και η ιδιότητα του κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώπιον μας έχουμε σε εξέλιξη μια νέα προσπάθεια για επανέναρξη διαδικασίας συνομιλιών, με στόχο την επίτευξη μιας συνολικής, συμφωνημένης λύσης στο Κυπριακό Πρόβλημα.

Εάν τελικά καταστεί, όπως φαίνεται, εφικτή, η πραγματοποίηση πολυμερούς διάσκεψης στις αρχές του 2025, τότε τα κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας, δηλαδή των εγγυήσεων και των στρατευμάτων, θα κυριαρχήσουν στην ατζέντα. Δεδομένων των όσων δυσάρεστων συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη, των αναζητήσεων από πλευράς ισχυρών κρατών για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, των επιχειρούμενων ενεργειακών συνεργασιών, του εν εξελίξει διαλόγου Ελλάδας – Τουρκίας, των ευρωτουρκικών σχέσεων και της επικείμενης αλλαγής διακυβέρνησης στις ΗΠΑ, δεν είναι λογικό στην Κύπρο να επανέρχονται συνθήματα και ρητορικές που στοχεύουν στην δημιουργία εικόνας αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Μια τέτοια ροπή, ακόμα και εάν αυτή εντάσσεται στη σφαίρα προσπαθειών για κομματικές συσπειρώσεις, δεν είναι επωφελής για την Κύπρο. Οι μετατοπίσεις και προσαρμογές που επέφεραν οι διεθνείς εξελίξεις μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αφορούν και στις σχέσεις της Κύπρου και πολλές από τις συναφείς παραμέτρους δεν πρόκειται να μεταβληθούν στο προσεχές μέλλον.

Στη δημόσια σφαίρα απαιτείται ειλικρίνεια και σύνεση, ειδικότερα από τους μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς που δύνανται να επηρεάζουν την πορεία της χώρας. Η ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κύπρου δεν πρόκειται για αναιρεθεί. Είναι δεδομένη και ακλόνητη. Εκ των πραγμάτων αυτή η ιδιότητα εντάσσει την Κύπρο σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής, συνεργασιών και συστημάτων ασφάλειας, παρά τις δυσκολίες που προκαλεί η τουρκική κατοχή. Το γνωρίζουν αυτό όλες οι πολιτικές παρατάξεις που άσκησαν εξουσία στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια. Δεν υπάρχει καλός λόγος να παριστάνει οποιοσδήποτε ότι δεν το γνωρίζει, πόσο μάλλον πολιτικά πρόσωπα που συμμετείχαν σε κυβερνητικά σχήματα.

Όσο η κατοχή συνεχίζεται, όσο το Κυπριακό Πρόβλημα παραμένει άλυτο, η Κύπρος θα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας. Οι συνεργασίες με τρίτες χώρες είναι θεμιτές, είναι αναγκαίες, αναβαθμίζουν τις δυνατότητες αντιμετώπισης κρίσεων και ασύμμετρων απειλών, δεν αποτελούν όμως την οριστική απάντηση στην υπαρξιακού τύπου απειλή που υφίσταται λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής. Πενήντα χρόνια, φαίνεται πως γίνεται κατανοητός από τους περισσότερους ο μη βιώσιμος χαρακτήρας του status quo και η αναγκαιότητα επίλυσης του Κυπριακού Προβλήματος. Με τη λύση, εάν η Κύπρος θα επιδιώξει να αποτελέσει μέρος μιας ισχυρής και συγκροτημένης διεθνούς αμυντικής δομής, όπως είναι το ΝΑΤΟ, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει από κοινού απόφαση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

*Διευθυντής Γραφείου Προέδρου της Βουλής. Μέλος Εκτελεστικού Γραφείου ΔΗΣΥ