Μελετώντας πρόσφατα το βιβλίο ‘Πώς πεθαίνουν οι Δημοκρατίες’ των Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, προέκυψε η ανάγκη της παρούσας παρέμβασης όπου θα παραθέσω κάποιες σκέψεις/ανησυχίες μου. Οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα σπάνια καταλύονται βίαια, σύμφωνα με τους συγγραφείς. Η σύγχρονη δημοκρατική παρακμή είναι συνήθως σταδιακή, θεσμικά συγκαλυμμένη και κοινωνικά ανεκτή. Οι θεσμοί δεν καταργούνται αιφνιδίως. Αποδυναμώνονται εκ των έσω, μεθοδικά, μέσω πρακτικών που τυπικά εμφανίζονται ως ‘αγνές’, αλλά στην πράξη διαβρώνουν τις βάσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η διάβρωση αυτή δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή ως απειλή, ακριβώς επειδή εξελίσσεται εντός του δημοκρατικού πλαισίου και αξιοποιεί τη ρητορική της λαϊκής κυριαρχίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, ιδέες και πολιτικά εγχειρήματα που παρουσιάζονται ως επιστροφή της εξουσίας στον λαό απαιτούν αυξημένη θεσμική εγρήγορση. Η επίκληση της άμεσης δημοκρατίας λειτουργεί συχνά ως ηθικό και πολιτικό επιχείρημα υπεροχής έναντι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ως υπόσχεση αυθεντικότερης συμμετοχής και άμεσης έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Ωστόσο, η πολιτική επιστήμη έχει καταδείξει επανειλημμένα ότι η άμεση δημοκρατία, υπό τη μορφή της απευθείας πλειοψηφικής λήψης αποφάσεων, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με βαθύτερη ή ποιοτικότερη δημοκρατία.

Η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας έχει αποδομηθεί τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά. Σε καθεστώτα άμεσης πλειοψηφικής ψήφου, οι αποφάσεις τείνουν να λαμβάνονται όχι από ένα ευρύ, ενημερωμένο και αντιπροσωπευτικό σώμα πολιτών, αλλά από άτομα ή ομάδες με έντονα, άμεσα και συγκεκριμένα συμφέροντα. Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή τη θεωρητική διαπίστωση. Το δημοψήφισμα για το Brexit συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσης λαϊκής απόφασης με μακροπρόθεσμες και απρόβλεπτες συνέπειες. Μια εξαιρετικά σύνθετη γεωπολιτική, οικονομική και θεσμική επιλογή συμπυκνώθηκε σε ένα διλημματικό ερώτημα, υπό συνθήκες έντονης παραπληροφόρησης, συναισθηματικής φόρτισης και πολιτικής πόλωσης. Το αποτέλεσμα δεν οδήγησε σε ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά σε χρόνια θεσμική αβεβαιότητα, σημαντικό οικονομικό κόστος και βαθύ κοινωνικό διχασμό, τα αποτελέσματα του οποίου συνεχίζουν να γίνονται αισθητά.

Το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με μια ευρύτερη τάση απαξίωσης της πολιτικής γνώσης. Η κοινωνική απαίτηση για απλούστερο και άμεσα κατανοητό πολιτικό λόγο είναι εύλογη. Όταν, όμως, η απαίτηση αυτή μετατρέπεται σε συστηματική απόρριψη της εννοιολογικής ακρίβειας, η πολιτική επιστήμη οδηγείται στη μετριότητα συμπαρασυρόμενη από την κοινωνική κατάπτωση. Συνήθως, η πολυπλοκότητα παρουσιάζεται ως ελιτισμός με αποτέλεσμα η επιστημονική κατανόηση των θεσμών να υποχωρεί μπροστά σε συνθηματολογίες, υπονομεύοντας την ικανότητα των πολιτών να διακρίνουν μεταξύ δημοκρατικής συμμετοχής και θεσμικής αποδόμησης.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση περί πολιτικής ευθύνης. Η δημοκρατία δεν θέτει τυπικά προσόντα γνώσης για την εκλογή σε αξιώματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η άγνοια είναι πολιτικά αδιάφορη ούτε ότι πρέπει να γίνεται κατ’ ανάγκη αποδεκτή. Όταν πρόσωπα διεκδικούν και εν τέλει αποκτούν αξιώματα χωρίς στοιχειώδη κατανόηση της νομοθετικής λειτουργίας ή των θεσμικών ισορροπιών, τα λάθη δεν είναι απλώς προσωπικά. Η ζημιά που πιθανόν να προκληθεί θα είναι συλλογική. Η επίκληση της λαϊκής εντολής ως άλλοθι για θεσμικά εσφαλμένες ή πρόχειρες παρεμβάσεις ακυρώνει την έννοια της λογοδοσίας και μετατρέπει την πολιτική ευθύνη σε τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στο διαδεδομένο αφήγημα ότι η κρίση της πολιτικής θα επιλυθεί μέσω της εισόδου «μη πολιτικών ατόμων» στο πολιτικό σύστημα. Η θέση αυτή παραβλέπει ότι η πολιτική απαξιώθηκε όχι επειδή ήταν πολιτική, αλλά επειδή απομακρύνθηκε από τη θεσμική της ευθύνη. Η έλλειψη εμπειρίας και γνώσης δεν συνιστά εγγύηση αυθεντικότητας. Αντίθετα, σε συνθήκες απουσίας μηχανισμών ελέγχου, ιδίως σε νεοσύστατα ή προσωποκεντρικά σχήματα, οδηγεί συχνά σε αυτοσχεδιασμό, δημαγωγία και άσκηση εξουσίας χωρίς επίγνωση συνεπειών. Η απο-πολιτικοποίηση της πολιτικής δεν δύναται να θεραπεύσει παθογένειες που είναι κατ’ εξοχήν θεσμικές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο λαϊκισμός δεν επιβάλλεται από τα πάνω. Αναδύεται από τα κάτω, ως σύμπτωμα θεσμικής κόπωσης. Η άμεση δημοκρατία, ιδίως στη σύγχρονη ψηφιακή της εκδοχή, εμφανίζεται ως νέα μορφή πολιτικής χειραφέτησης. Στην πράξη, όμως, μετατρέπει την πολιτική σε διαρκή δημοσκόπηση και τους εκλεγμένους σε εκτελεστές στιγμιαίων πλειοψηφιών. Η αντιπροσώπευση υποβαθμίζεται και η πολιτική ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί.

Ακριβώς εδώ συναντάται ο πυρήνας της ανάλυσης των Levitsky και Ziblatt. Οι δημοκρατίες δεν πεθαίνουν επειδή αλλάζουν οι κανόνες, αλλά επειδή εγκαταλείπονται οι άγραφοι κανόνες. Η αμοιβαία ανεκτικότητα και η θεσμική αυτοσυγκράτηση αντικαθίστανται από μια αντίληψη πλειοψηφικής παντοδυναμίας. Κάθε περιορισμός της πλειοψηφίας παρουσιάζεται ως αντιδημοκρατικός και κάθε θεσμικό αντίβαρο ως εχθρός του λαού.

Οι διεθνείς εξελίξεις επιβεβαιώνουν αυτή την τάση. Η ενίσχυση πολιτικών σχηματισμών όπως το Reform στο Ηνωμένο Βασίλειο και η αυξανόμενη (και πάλι) πολιτική επιρροή του Nigel Farage δεν αποτελούν απλώς εκλογικές ανωμαλίες. Αντανακλούν τη σταδιακή κανονικοποίηση πολιτικών αφηγήσεων που εργαλειοποιούν τη δυσαρέσκεια και μετατρέπουν τη δημοκρατία από σύστημα κανόνων σε όχημα πολιτικής πίεσης.

Η κυπριακή περίπτωση παρουσιάζει ανησυχητικές και πλέον απτές αναλογίες, με ιδιαίτερη σημασία ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2026. Η άνοδος του ΕΛΑΜ, σε συνδυασμό με μια ιδιότυπη κοινωνική και πολιτική ανοχή, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας των δημοκρατικών αντανακλαστικών της χώρας μας. Όταν ακραίοι πολιτικοί φορείς υποτιμώνται, κανονικοποιούνται ή αντιμετωπίζονται ως παροδικό φαινόμενο, η θεσμική τους ενσωμάτωση καθίσταται θέμα χρόνου. Οι δημοκρατίες συχνότερα εγκαταλείπονται μέσα από την αδιαφορία, τη σχετικοποίηση των θεσμικών ορίων και τη σταδιακή αποδοχή του αντιθεσμικού λόγου ως «εναλλακτικής άποψης».

Το ουσιώδες δίδαγμα δεν είναι ότι οι θεσμοί είναι εγγενώς αδύναμοι. Είναι ότι καθίστανται εύθραυστοι όταν οι κοινωνίες παύουν να κατανοούν τη λειτουργία τους και όταν οι εκλογικές διαδικασίες αντιμετωπίζονται ως στιγμές εκτόνωσης και όχι ως πράξεις θεσμικής ευθύνης. Οι δημοκρατίες δεν αρχίζουν να φθίνουν μόνο όταν παραβιάζεται το Σύνταγμα, αλλά και όταν οι πολίτες αδυνατούν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στη δημοκρατική συμμετοχή και τη θεσμική αποδόμηση, ανάμεσα στη λαϊκή κυριαρχία και την ανεξέλεγκτη πλειοψηφία, ανάμεσα στην πολιτική θέση και τον λαϊκισμό.

Σε αυτό το σημείο, η πολιτική παιδεία αναδεικνύεται σε θεμελιώδη μηχανισμό δημοκρατικής αυτοάμυνας. Ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2026, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος θα εκλεγεί, αλλά ποια αντίληψη για τη δημοκρατία, θεσμική ευθύνη και όρια της πολιτικής σύγκρουσης επιθυμούμε να θέσουμε. Σε κοινωνίες με χαμηλό επίπεδο πολιτικής παιδείας, ο λαϊκισμός δεν χρειάζεται να επιβληθεί. Αρκεί να παρουσιαστεί ως αυτονόητος, ιδίως σε προεκλογικές περιόδους όπου η απλούστευση, η αγανάκτηση και η τιμωρητική ψήφος υποκαθιστούν τη θεσμική κρίση. Η πολιτική χωρίς θεσμούς, χωρίς αντίβαρα και χωρίς ευθύνη εμφανίζεται ως αυθεντική δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί ως πλαίσιο συγκέντρωσης ισχύος και διάβρωσης της λογοδοσίας. Οι δημοκρατίες, τελικά, δεν πεθαίνουν μόνο όταν τις καταργούν. Πεθαίνουν και όταν οι πολίτες παύουν να γνωρίζουν γιατί αξίζει να τις υπερασπιστούν.