Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2025 σηματοδοτεί μια ουσιαστική αναδιάταξη προτεραιοτήτων στη διεθνή ασφάλεια. Αν και η Κύπρος δεν μνημονεύεται ονομαστικά, οι επιλογές και οι κατευθύνσεις που αποτυπώνονται στο αμερικανικό δόγμα επηρεάζουν άμεσα το περιβάλλον στο οποίο κινείται η Ευρώπη και, κατ’ επέκταση, η Ανατολική Μεσόγειος.
Η σταδιακή αποδέσμευση των ΗΠΑ από τον ρόλο του βασικού εγγυητή ασφάλειας στην Ευρώπη μεταφέρει αυξημένες ευθύνες στα ίδια τα ευρωπαϊκά κράτη. Ταυτόχρονα, η τάση διευθέτησης συγκρούσεων μέσα από διμερείς πολιτικές συνεννοήσεις, χωρίς σαφή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο –όπως καταγράφεται στην περίπτωση της Ουκρανίας– δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για χώρες με ανοιχτά ζητήματα ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Μια Ένωση που επιδιώκει γεωπολιτικό ρόλο χωρίς επαρκή εργαλεία ασφάλειας παραμένει ευάλωτη. Η ευρωπαϊκή αμυντική ενδυνάμωση, ωστόσο, μπορεί και πρέπει να συνυπάρξει με τη διατλαντική σχέση, χωρίς λογικές ρήξης ή ανταγωνισμού.
Η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται εκ νέου σε κομβική περιοχή, τόσο για λόγους σταθερότητας όσο και για ζητήματα ενέργειας και περιφερειακής ασφάλειας. Η Κύπρος, ως κράτος-μέλος της ΕΕ με στρατηγική γεωγραφική θέση, βρίσκεται στο σημείο τομής αμερικανικών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών συμφερόντων.
Οι σύνθετες σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης των δικών μας δεσμών με την Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας, σε στενό συντονισμό με την Ελλάδα. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη και το στρατηγικό βάθος που προσφέρουν οι διμερείς και τριμερείς συνεργασίες παραμένουν κρίσιμα εργαλεία.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στις συνεργασίες Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, καθώς και η συμφωνία για την ΑΟΖ με τον Λίβανο, δείχνουν τον δρόμο. Πρόκειται για πρωτοβουλίες που ενισχύουν τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρέπει να έχουν συνέχεια και βάθος.
Ο ενεργειακός παράγοντας εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Η διαφοροποίηση πηγών και διαδρομών ενέργειας αποτελεί κοινή αμερικανική και ευρωπαϊκή προτεραιότητα. Για την Κύπρο, όμως, η ενέργεια δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη, αλλά συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική σταθερότητα και τη διεθνή της αξιοπιστία.
Την ίδια στιγμή, καθίσταται σαφές ότι η διπλωματία χωρίς αξιόπιστη αποτροπή έχει περιορισμένα αποτελέσματα. Η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν συνιστά επιλογή έντασης, αλλά προϋπόθεση ασφάλειας και σοβαρότητας. Η αποτροπή λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη διπλωματία και ενδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τη θέση της Κύπρου στις ευρωατλαντικές δομές ασφάλειας, περιλαμβανομένου και του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να παραμένει ταμπού. Σε μια περίοδο ανασχεδιασμού της ευρωπαϊκής και διατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, η θεσμική απουσία δεν αποτελεί πλεονέκτημα.
Ενόψει και της επικείμενης Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κύπρος καλείται να κινηθεί με ρεαλισμό και στρατηγική συνοχή: ενίσχυση της άμυνας, ουσιαστική συμβολή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και εμβάθυνση των περιφερειακών συμμαχιών. Μόνο έτσι μπορεί να θωρακίσει τη θέση της και να εισέλθει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αξιοπιστία στη συζήτηση για το Κυπριακό.