«Ρε έλα να τρέξουμε μαζί ένα 5άρι. Αφού το χεις, γιατί δεν μου κάνεις το χατίρι;»
Αυτή η φράση επαναλαμβανόταν στο κεφάλι μου -και στα αυτιά του- σχεδόν τρία χρόνια.
Τρία χρόνια προσπαθειών, επιχειρημάτων, παρακλήσεων. Και τρία χρόνια άρνησης. Ο 12χρονος γιος μου δεν ήθελε να τρέξει μαζί μου. Μέχρι πριν από δύο εβδομάδες.
Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς «ζέσταμα», εντελώς απροσδόκητα, μου είπε: «Να έρθω μαζί σου στο χαλαρό σου τρέξιμο;»
Οκτώ χιλιόμετρα. Χωρίς πίεση. Χωρίς όρους.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι: Δεν μου έκανε χάρη. Μου έδινε άδεια. Τρέξαμε. Στον δικό του ρυθμό. Χωρίς ρολόγια να πιέζουν, χωρίς στόχους να βαραίνουν. Και το απόλαυσε. Δεν λύγισε, δεν φοβήθηκε, δεν κουράστηκε όσο περίμενε. Σαν να έσπασε μόνος του μια εσωτερική υπόσχεση φόβου.
Εκεί γεννήθηκε η ιδέα των 5 χιλιομέτρων στον Μαραθώνιο Λευκωσίας. Και έτσι απλά, βρεθήκαμε να τρέχουμε στην πόλη μας. Χωρίς συμμετοχή δηλωμένη. Χωρίς προσδοκίες. Μόνο με παρουσία.
Σκέφτομαι ακόμα τι τον κρατούσε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Ίσως ο φόβος της αποτυχίας.
Όχι απαραίτητα της πραγματικής αποτυχίας, αλλά της νοερής – ή της κοινωνικής. Να μην έρθει «καλά». Να μην είναι γρήγορος. Να μην είναι αρκετός. Στα δικά του μάτια. Ή -κι αυτό πονάει περισσότερο- στα δικά μου. Να μην δικαιώσει μια προσδοκία που δεν είχε ποτέ εκφραστεί, αλλά ίσως αιωρούνταν.
Όλα αυτά του στερούσαν μια εμπειρία. Μια απλή -για μένα- προσπάθεια.
Και ίσως, χωρίς να το καταλαβαίνω, κάθε φορά που τον πίεζα, πρόσθετα άγχος.
Από δική μου ανάγκη. Συναισθηματική. Και, αν είμαι ειλικρινής, λίγο εγωιστική.
Και τότε έρχεται μια δύσκολη σκέψη: μήπως αυτός ο φόβος δεν ήταν δικός του, αλλά αντανάκλαση δική μου;
Στην τεχνοκρατία μιλάμε συχνά για «κίνητρα», «στόχους», «αποτελεσματικότητα». Σπάνια μιλάμε για το άγχος που δημιουργεί η προσδοκία. Για το βάρος που νιώθεις όταν κάποιος σε παρακολουθεί ενώ προσπαθείς. Κι όμως, το βλέπουμε καθημερινά. Τουλάχιστον όσοι δεν έχουμε πάψει να κοιτάμε.
Τι άλλαξε; Δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Ίσως επειδή δοκίμασε να τρέξει σε πιο «επίσημο» πλαίσιο, στο σχολείο. Με χρονόμετρο. Με σύγκριση. Και είδε ότι μπορεί. Ότι τα πάει καλά. Ίσως απλώς ένιωσε ασφαλής. Και αυτό είναι μάθημα ηγεσίας.
Δεν ξεκίνησα μπροστά. Τρέχαμε στον δικό του ρυθμό. Τον ρωτούσα συνεχώς πώς νιώθει. Αν είναι καλά. Επιβεβαίωνε. Έβρισκε ρυθμό. Και εγώ προσπαθούσα -συνειδητά- να τον συγκρατώ. Όχι για να τον φρενάρω, αλλά από έγνοια. Από εμπειρία.
Προς το τέλος, του ζήτησα να πάμε λίγο πιο γρήγορα. Με κοίταξε και μου είπε, πολύ καθαρά:
«Καλύτερα όχι». Και είχε δίκαιο.
Κάποτε είναι καλύτερα να ξέρεις τα όριά σου. Η αντοχή είναι καλή μόνο όταν είναι αληθινή. Η επίπλαστη, αργά ή γρήγορα, ζημιά θα σου κάνει. Γι’ αυτό άλλωστε μου αρέσει ο δρόμος:
δεν μπορείς να του «γελάσεις» χωρίς να το πληρώσεις. Γυμνή αλήθεια.
Η στιγμή κυλούσε ήδη σε αργή κίνηση. Και ήθελα να τη ζήσω έτσι. Να μην την προσπεράσω. Να μην τη χαλάσω με βιασύνη. Να περάσουμε τη γραμμή μαζί. Να πάρει το μετάλλιό του. Το μετάλλιο της επιβράβευσης – όχι της νίκης.
Είχα αγωνία: θα του άρεσε; θα το ξανακάνουμε;
Αλλά αυτά ήταν ερωτήσεις του μυαλού. Όχι της στιγμής. Ήταν για μετά.
Τώρα, απλώς, γίνε παρών. Ζήσε τη στιγμή. Πέρασε τη γραμμή του τερματισμού με κλειστά μάτια και ανοιχτή καρδιά.
Γιατί τελικά, είτε ως γονείς, είτε ως ηγέτες, είτε απλώς ως άνθρωποι, το δύσκολο δεν είναι να τρέχεις γρήγορα. Είναι να μάθεις να τρέχεις (και) μαζί. Και τότε βλέπεις την αλλαγή. Ο γιος, ο συνάδελφος, η κοινωνία δεν σταματά. Συνεχίζει μαζί σου όσο κουρασμένη κι αν νιώθει.
Γιατί πολλές φορές μπερδεύουμε την ηγεσία με το να τρέχεις μπροστά. Να δείχνεις τον δρόμο από απόσταση.
Όμως η πραγματική δοκιμασία είναι άλλη: μπορείς να προσαρμόσεις τον ρυθμό σου; μπορείς να περιμένεις; μπορείς να φτάσετε μαζί;
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστήμιο Κύπρου