Ζούμε στην εποχή του like. Όχι απλώς ως ένδειξη αποδοχής, αλλά ως βασική μονάδα κοινωνικής και πολιτικής αλληλεπίδρασης. Σήμερα η καθημερινή ζωή μεταφέρθηκε σε μια νέα ψηφιακή πραγματικότητα, η οποία ενώ δεν αντικαθιστά τον φυσικό κόσμο αλληλεπιδρά μαζί του, τον επιταχύνει και συχνά τον αναδιαμορφώνει. Το ίδιο συμβαίνει πλέον και με την πολιτική.

Η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία δεν λειτουργεί πια μόνο μέσα από θεσμούς, κόμματα ή παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης αλλά και μέσα από πλατφόρμες και αλγορίθμους. Έτσι ο δημόσιος διάλογος συχνά μετατοπίζεται από τους παραδοσιακούς χώρους σε ψηφιακά περιβάλλοντα και πλατφόρμες, οι οποίες λειτουργούν με γνώμονα τα views και το engagement.

Είναι αλήθεια, και αξίζει να αναγνωριστεί, ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άνοιξαν τον δημόσιο διάλογο, έδωσαν φωνή σε ανθρώπους που δεν είχαν πρόσβαση στα παραδοσιακά μέσα, μείωσαν τα εμπόδια εισόδου στην πολιτική συζήτηση και ενίσχυσαν μορφές συμμετοχής που παλαιότερα ήταν περιορισμένες ή αδύνατες. Από αυτή την άποψη, αποτέλεσαν ένα ουσιαστικό δημοκρατικό άνοιγμα.

Ωστόσο εδώ αναδεικνύεται μια κρίσιμη διάκριση την οποία οφείλουμε να υπογραμμίσουμε. Άλλο η διεύρυνση του διαλόγου και άλλο η ποιότητά του. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, μέσα από τον τρόπο που λειτουργούν οι αλγόριθμοί τους, τείνουν να επιβραβεύουν το περιεχόμενο που προκαλεί άμεσο συναίσθημα, έντονη αντίδραση και απλή αφήγηση. Προφανώς όχι επειδή αυτό είναι πολιτικά πιο ορθό ή κοινωνικά πιο χρήσιμο αλλά επειδή είναι πιο πιθανό να κρατήσει την προσοχή και να παραχθεί περαιτέρω αλληλεπίδραση.

Στην Κύπρο αυτό το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς πρόκειται για μια μικρή κοινωνία, με υψηλή ψηφιακή συμμετοχή και περιορισμένο δημόσιο χώρο διαλόγου. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ότι το ψηφιακό αποτύπωμα ενός προσώπου ή μιας θέσης συχνά εκλαμβάνεται ως ένδειξη κοινωνικής απήχησης ή πολιτικής νομιμοποίησης. Με απλά λόγια το like μετατρέπεται σταδιακά από μέσο έκφρασης σε δείκτη πολιτικής αξίας.

Το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το like. Το πρόβλημα ξεκινά όταν το like υποκαθιστά την κρίση και όταν η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι είναι σωστό» στο «τι αποδίδει καλύτερα ψηφιακά». Όταν δηλαδή η απλοποίηση αναπαράγεται συστηματικά, ενώ η σύνθετη σκέψη, η τεκμηρίωση και η υπεύθυνη στάση και θέση μένουν στο περιθώριο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ατζέντα κινδυνεύει να καθορίζεται λιγότερο από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και περισσότερο από τους μηχανισμούς προβολής. Ο αλγόριθμος προφανώς δεν είναι ουδέτερος και δεν προάγει τον διάλογο, αλλά την αλληλεπίδραση. Δεν ενισχύει τη σκέψη, αλλά την αντίδραση. Και αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τη δημοκρατία του αύριο.

Η πρόκληση επομένως δεν είναι να απορρίψουμε την ψηφιακή πολιτική πραγματικότητα αλλά να τη διαχειριστούμε με επίγνωση και ευθύνη. Να διατηρήσουμε το άνοιγμα του δημόσιου διαλόγου, χωρίς να αποδεχθούμε τη σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητάς του. Γιατί μια δημοκρατία που βασίζεται αποκλειστικά στην ορατότητα (visibility) κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα της κοινωνίας να μην συγχέει την απήχηση με την ουσία όταν έρχεται η ώρα της απόφασης.