Το Κυπριακό παραμένει, μισό αιώνα μετά, ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής. Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση του 1974 οδήγησε στην κατάληψη του 37% της Κύπρου, στον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, σε εκατοντάδες αγνοουμένους και στον εκτοπισμό περίπου 200.000 πολιτών. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί και κυπριακές αρχές καταγράφουν συνεχιζόμενες παραβιάσεις, όπως η καταστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς και η συστηματική μεταφορά εποίκων, που επιφέρει δημογραφική αλλοίωση. Τα γεγονότα αυτά εγείρουν σοβαρά ζητήματα διεθνούς δικαίου, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, τα οποία συνδέονται άμεσα με τις προοπτικές δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού.
Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου αποτελούν τις βαρύτερες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με τη θεωρία και τη διεθνή πρακτική, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας συνιστούν σοβαρές προσβολές κατά της ζωής, της ελευθερίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων προσώπων ή ομάδων, λόγω εθνικής, φυλετικής, θρησκευτικής ή πολιτικής ταυτότητας. Αντίστοιχα, εγκλήματα πολέμου είναι οι παραβιάσεις των νόμων και εθίμων του πολέμου, όπως φόνοι αμάχων, κακομεταχείριση πληθυσμών και αδικαιολόγητη καταστροφή περιουσιών. Τα εγκλήματα αυτά θεωρούνται απαράγραπτα, δεσμεύουν όλα τα κράτη και υπόκεινται στην αρχή της οικουμενικής δικαιοδοσίας, αποκλείοντας την ατιμωρησία.
Ειδικότερα, τα ανωτέρω εγκλήματα «λαμβάνουν σάρκα και οστά» στην Κύπρο υπό τις εξής μορφές: Το Διεθνές Έγκλημα επιθέσεως και εισβολής δια της χρήσεως των όπλων, καθώς η Συνθήκη εγγυήσεως και συμμαχίας δεν παρέχει ρητά και αυτομάτως το δικαίωμα χρήσης ένοπλης βίας από τις εγγυήτριες δυνάμεις για την προστασία της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Απότοκη του ανωτέρω εγκλήματος είναι η κατάληψη του βορείου τμήματος της Κύπρου που παρά το γεγονός ότι παραβιάζει σωρεία κανόνων διεθνούς δικαίου, δεν συνιστά αφ’ εαυτής διεθνές έγκλημα.
Η βίαιη εκδίωξη και ο εξανδραποδισμός 200.000 ανθρώπων από τις πατρογονικές εστίες και τις περιουσίες τους αποτελεί επίσης διεθνές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και στρέφεται κατά της ανθρώπινης ύπαρξης αυτής καθ’ εαυτής, ενώ ειδικότερη έκφανση της βίαιης εκδίωξης αποτελεί το διεθνές έγκλημα της εθνοκάθαρσης.
Το διεθνές έγκλημα της βιαίας εξαφανίσεως προσώπων αποτελεί «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, νοούμενη επακριβώς «ως σύλληψη, κράτηση ή απαγωγή ατόμων με άδεια ή την υποστήριξη ή έστω τη συναίνεση ενός Κράτους ή ενός πολιτικού οργανισμού, η οποία επικουρείται από την άρνηση να αναγνωριστεί η στέρηση της ελευθερίας των προσώπων αυτών ή της χορηγήσεως πληροφοριών για την κατάστασή τους ή το που ευρίσκονται με προφανή σκοπό την απομάκρυνσή τους από την παρεχόμενη νόμιμη προστασία για παρατεταμένη χρονική περίοδο», ενώ το διεθνές έγκλημα του εποικισμού, αντίκειται στις Συμβάσεις της Γενεύης (1949) για το Δίκαιο του Πολέμου και «συνίσταται στη μεταφορά, άμεσα ή έμμεσα, από την κατεχόμενη δύναμη τμημάτων του δικού της άμαχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει, ή η απέλαση ή μεταφορά του συνόλου ή τμημάτων του πληθυσμού των κατεχόμενων εδαφών εντός ή εκτός της περιοχής αυτής».
Τυγχάνει πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ότι προεξάρχουσα θέση στην τέλεση εγκλημάτων πολέμου κατέχουν οι ανθρωποκτονίες, ενόσω μάλιστα αυτοτελές διεθνές έγκλημα αποτελούν τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη μεταχείριση, μεταξύ άλλων και η τέλεση ομαδικών και επαναλαμβανόμενων βιασμών γυναικών από στρατιώτες, οι οποίοι έλαβαν χώρα σε ευρεία κλίμακα και μάλιστα ετύγχαναν μέρος κυβερνητικής πολιτικής είτε εκτεταμένης πρακτικής με την ανοχή, επικουρία για τη διάπραξη ωμοτήτων.
Οι εσκεμμένες επιθέσεις εναντίον κτηρίων αφιερωμένων στη θρησκεία, την εκπαίδευση, την τέχνη, την επιστήμη ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, καθώς και εναντίον ιστορικών μνημείων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποτελούν στρατιωτικούς στόχους αποτελούν έγκλημα πολέμου, αποτελεί δε κοινό τόπο ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι δυνατόν να διαπραχθούν σε περιόδους ειρήνης, τυποποιούμενα ως σοβαρές παραβιάσεις κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την προϋπόθεση ύπαρξης μέρος συστηματικού σχεδιασμού ως διαχωριστικό παράγοντα από το κοινό έγκλημα, ως άλλωστε επισυμβαίνει εν προκειμένω και, μεταξύ άλλων, με τη συστηματική αλλαγή όλων των τοπωνυμίων και οδών του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου.
Αποτελεί δε μείζονος σημασίας ζήτημα ότι η επίκληση των περιγραφόμενων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου θα έπρεπε και πρέπει να αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο επιχειρηματολογίας άλλως δε την αιχμή του δόρατος εκάστου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας – που μέχρι σήμερα δυστυχώς δε συμβαίνει – κατά τις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, προς την κατεύθυνση, όχι μόνον της προβολής των παρανομιών που εξακολουθητικά τελεί η Τουρκία από το 1974 έως και σήμερα αλλά και προς την αυτονόητη κατεύθυνση της άρσης των παρανομιών και των προσβολών, της απάμβλυνσης των συνεπειών αλλά και της παράλειψής τους στο μέλλον ως ελάχιστη προϋπόθεση επίλυσης, ακρογωνιαίας λίθου και στερεής βάσης για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, μια λύση που πρέπει να είναι ορθολογική, λειτουργική για να είναι βιώσιμη και για να είναι βιώσιμη θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με το Δίκαιο ή έστω να μην ευρίσκεται αντίθεση με αυτό, υπό την έννοια της συνεχούς και αδιάκοπης προσπάθειας της μετουσίωσης του νομικού «όντος» σε πραγμάτωση του πολιτικώς «δέον γενέσθαι» για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.
Του Αλέξη Κωνσταντίνου: Πρόεδρος Τμήματος Νομικής του Αμερικάνικου Πανεπιστημίου Κύπρου