Η πρόσφατη δημοσίευση του προηγούμενου μου άρθρου επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα: υπάρχει σήμερα παράθυρο για ουσιαστική επανεκκίνηση του Κυπριακού ή απλώς μια ακόμη διαχείριση προσδοκιών; Η νέα ηγεσία της τ/κ κοινότητας εμφανίζεται, τουλάχιστον ρητορικά, πιο διατεθειμένη να συζητήσει λύση στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες τοποθετήσεις της παραμένουν αμφίσημες, υπό τη βαριά σκιά της Τουρκίας.
Το πρώτο αγκάθι είναι η ίδια η έννοια της πολιτικής ισότητας. Για την τ/κ πλευρά μεταφράζεται συχνά σε εκ περιτροπής προεδρία και θετική τ/κ ψήφο σε κάθε απόφαση. Για την ε/κ πλευρά, το ερώτημα είναι εύλογο: πώς μπορεί το 18% να δεσμεύει διαρκώς το 82% χωρίς να οδηγείται το κράτος σε ακυβερνησία; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε συνθήματα, αλλά σε λειτουργικούς θεσμούς. Πολιτική ισότητα δεν σημαίνει αριθμητική ισοτιμία ούτε μόνιμο βέτο· σημαίνει ουσιαστική συμμετοχή με σαφή όρια και μηχανισμούς υπέρβασης αδιεξόδων.
Εδώ παρεμβαίνει καθοριστικά το ζήτημα της ασφάλειας. Όσο υφίστανται αναχρονιστικές εγγυήσεις και ξένος στρατός, η εκ περιτροπής προεδρία δεν εκλαμβάνεται ως μέτρο ισότητας αλλά ως δυνητικός μοχλός επιρροής τρίτου κράτους. Αντιθέτως, σε ένα πλαίσιο κατάργησης των εγγυήσεων και αποχώρησης του τουρκικού στρατού, η ίδια ρύθμιση θα μπορούσε να ιδωθεί με διαφορετικό φακό. Η εμπιστοσύνη δεν προϋπάρχει· χτίζεται μέσα από κρυστάλλινους κανόνες, διαφάνεια και μεταβατικές δικλίδες ασφαλείας.
Η τ/κ ηγεσία καλείται να αποδείξει ότι επιδιώκει λύση και όχι μια γκρίζα στρατηγική αναβάθμισης του παράνομου καθεστώτος. Οι αναφορές σε προϋποθέσεις για επανέναρξη συνομιλιών και σε πιθανή «αναγνώριση» σε περίπτωση αποτυχίας δεν συνιστούν ρεαλιστική εναλλακτική· συνιστούν πίεση που, αν υιοθετηθεί, θα επιβραβεύσει την κατοχή. Η μόνη βιώσιμη προοπτική για την τ/κ κοινότητα είναι η ουσιαστική συμμετοχή σε ένα κυρίαρχο κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα.
Από την άλλη, ο ε/κ Πρόεδρος βρίσκεται ενώπιον εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών και του ορίζοντα του 2028. Η ανάγκη στήριξης από χώρους που απορρίπτουν τη ΔΔΟ δεν μπορεί να υπαγορεύει ακινησία. Η πειθώ δεν θα έρθει με γενικόλογες διαβεβαιώσεις, αλλά με καθαρές κόκκινες γραμμές: λειτουργικό κράτος, χωρίς εγγυήσεις και στρατό, με σαφώς οριοθετημένη πολιτική ισότητα που προστατεύει και τις δύο κοινότητες χωρίς να παραλύει τη διακυβέρνηση.
Τελικά, το δίλημμα δεν είναι μεταξύ μιας «ιδανικής» λύσης και της αναμονής για μια αλλη ιδεατη . Είναι μεταξύ μιας λύσης με ελεγχόμενο ρίσκο και ενός στάτους κβο με βέβαιη φθορά.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο ηγέτες καλούνται να αρπάξουν την ευκαιρία που παρουσιάζεται, αξιοποιώντας το έντονο ενδιαφέρον του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Να κλείσουν τα αυτιά τους στις αποπροσανατολιστικές «σειρήνες» που διαχρονικά υπονομεύουν κάθε αναδυόμενη προσπάθεια και να επενδύσουν σε μια ειλικρινή διαπραγμάτευση, με καθαρούς στόχους και σαφές πλαίσιο. Όλα τα προβλήματα που απορρέουν από την εισβολή και την κατοχή δεν θα εκλείψουν από μόνα τους· θα παύσουν να παράγονται μόνο μέσα από μια συμφωνημένη, βιώσιμη λύση. Οφείλουν οι δύο ηγέτες να πείσουν τις κοινότητες τους για τα οφελη μιας ορθής επίλυσης του μακρόνιου προβλήματος αλλά και τα κακά σε μιας αντίθετης εκβασης Ο δε τ/κ να αντιληφθει και να μεταφέρει τα οφέλη που η λύση προσφέρει εχουν περισσότερη πραγματική ισχύ από το ψευδοκράτος.