Σε μια χώρα που περιβάλλεται από θάλασσα, κάθε νέα επιστημονική ανακάλυψη για το θαλάσσιο περιβάλλον μάς αφορά άμεσα. Τα μικροπλαστικά δεν αποτελούν πλέον μόνο αισθητικό ή περιβαλλοντικό πρόβλημα. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες αποκαλύπτουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς επικίνδυνων ουσιών, ακόμη και ραδιονουκλιδίων, μεταβάλλοντας τη συμπεριφορά τους στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Οι Περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε πλέον τι είναι τα μικροπλαστικά: μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού που προέρχονται από συσκευασίες, συνθετικά υφάσματα, αλιευτικό εξοπλισμό και τη διάσπαση πλαστικών αποβλήτων. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι τα σωματίδια αυτά δεν επιπλέουν απλώς παθητικά στο θαλασσινό νερό. Μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς επικίνδυνων ουσιών,ακόμη και ραδιενεργών στοιχείων.
Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι ορισμένα μικροπλαστικά, όπως το πολυαιθυλένιο (PE), το νάιλον (πολυαμίδιο, PN6) και το PVC, έχουν την ικανότητα να δεσμεύουν ραδιονουκλίδια, όπως ισότοπα του ουρανίου, ακόμη και σε εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις. Τα ραδιενεργά αυτά στοιχεία μπορεί να προέρχονται από φυσικές πηγές, βιομηχανικές δραστηριότητες, τη χρήση στρατιωτικών υλικών στο παρελθόν ή από πυρηνικά ατυχήματα που έχουν επηρεάσει θαλάσσια οικοσυστήματα παγκοσμίως.
Η αλληλεπίδραση αυτή επηρεάζεται από κρίσιμους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως το pH του νερού, η αλατότητα και το μέγεθος των σωματιδίων. Τα μικρότερα σωματίδια μικροπλαστικών, τα οποία καταπίνονται ευκολότερα από θαλάσσιους οργανισμούς, παρουσιάζουν συχνά μεγαλύτερη ικανότητα δέσμευσης, λόγω της αυξημένης επιφάνειάς τους. Σε εργαστηριακές μελέτες αλλά και σε συνθήκες θαλασσινού νερού, διαπιστώθηκε ότι τα μικροπλαστικά εμφανίζουν σημαντική συγγένεια με ραδιονουκλίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη των θαλάσσιων ιζημάτων.
Αυτό είναι που καθιστά το ζήτημα ιδιαίτερα ανησυχητικό. Όταν τα ραδιονουκλίδια βρίσκονται στο θαλάσσιο περιβάλλον, μπορούν να εισέλθουν στους θαλάσσιους οργανισμούς. Πολλά είδη εμφανίζουν αυξημένη ανθεκτικότητα στη ραδιενέργεια και ενδέχεται να συσσωρεύουν τέτοιες ουσίες χωρίς άμεσες εμφανείς επιπτώσεις. Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Μέσω της τροφικής αλυσίδας, οι ουσίες αυτές μπορούν να μεταφερθούν σε μεγαλύτερους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των ψαριών που καταναλώνει ο άνθρωπος. Σε αντίθεση με ορισμένους θαλάσσιους οργανισμούς, τα θηλαστικά και τα πτηνά είναι πιο ευαίσθητα στη ραδιοτοξικότητα, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργεί μακροπρόθεσμους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Τα μικροπλαστικά έχουν ήδη αναγνωριστεί ως φορείς βαρέων μετάλλων, αντιβιοτικών, χρωστικών και οργανικών ρύπων. Πλέον, τα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι μπορούν να διευκολύνουν και τη μεταφορά ραδιονουκλιδίων. Με άλλα λόγια, λειτουργούν ως ένας περιβαλλοντικός «Δούρειος Ίππος», αυξάνοντας την κινητικότητα ουσιών που διαφορετικά θα είχαν διαφορετική συμπεριφορά στο υδάτινο περιβάλλον.
Για την Κύπρο, αυτό δεν αποτελεί θεωρητικό σενάριο.
Είμαστε περικυκλωμένοι από θάλασσα. Η αλιεία, η υδατοκαλλιέργεια, ο τουρισμός και η δημόσια υγεία εξαρτώνται από καθαρά και ασφαλή θαλάσσια οικοσυστήματα. Η Μεσόγειος είναι μια ημίκλειστη θάλασσα, γεγονός που καθιστά τη συσσώρευση ρύπων ιδιαίτερα προβληματική. Ό,τι εισέρχεται σε αυτήν δεν διασπείρεται εύκολα.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη για προληπτικές και σύγχρονες. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη για προληπτικές και σύγχρονες πολιτικές: ενίσχυση των μέτρων περιορισμού των πλαστικών και αποτελεσματικότερη διαχείριση αποβλήτων, συστηματική παρακολούθηση μικροπλαστικών και συναφών ρύπων στο θαλάσσιο περιβάλλον, στήριξη της έρευνας και της καινοτομίας στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας, καθώς και προώθηση της κυκλικής οικονομίας ώστε να μειωθεί η διαρροή πλαστικών στη θάλασσα.
Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ζήτημα οικονομικής σταθερότητας, ασφάλειας τροφίμων και ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
Είναι δική μας ευθύνη και υποχρέωση να διασφαλίσουμε ότι η Μεσόγειος θα παραμείνει πηγή ζωής και όχι αποθήκη αόρατων κινδύνων.
* Δημοτικός σύμβουλος Στροβόλου