«Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν. Είναι όλοι ίδιοι». Ο ψίθυρος που αιωρείτο για χρόνια φαίνεται πως έχει ριζώσει και έχει επιστρέψει ως θυμός. Οι καλαμιές που φύτρωσαν στην Κύπρο δεν μεταφέρουν το μήνυμα πως «ο Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου», αλλά πως το πολιτικό σύστημα έχει χάσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Δεν πρόκειται για θυμό της στιγμής, αλλά για κάτι πολύ πιο βαθύ. Παρατηρείται μια κόπωση, μια απογοήτευση, μια σταδιακή απομάκρυνση από το πολιτικό σύστημα.
Αναζητώντας απαντήσεις, συχνά στρέφομαι στην πολιτική φιλοσοφία. Το ιδιοφυές έργο του Χόμπς, Λεβιάθαν, αποτελεί αρκετά συχνά το καταφύγιό μου. Ο Άγγλος φιλόσοφος του 17ου αιώνα θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας του κράτους και της έννοιας του κοινωνικού συμβολαίου. Έγραφε τα έργα του μέσα στη δίνη του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου, σε μια κοινωνία διαλυμένη από καχυποψία, φόβο και έχθρα. Και πρότεινε κάτι ριζοσπαστικό: οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της ελευθερίας τους σε έναν κυρίαρχο, ώστε να εξασφαλίσουν ασφάλεια και ειρήνη. Το κοινωνικό συμβόλαιο, για τον Χομπς, δεν είναι μια ρομαντική ιδέα· είναι μια ορθολογική συμφωνία επιβίωσης.
Η Κύπρος δεν βρίσκεται σε εμφύλιο πόλεμο. Βρίσκεται όμως σε μια μορφή συναισθηματικής και ρητορικής εμφυλιοποίησης. Στον δημόσιο λόγο έχουν διαμορφωθεί στρατόπεδα, ενώ επικρατεί ένας φανατισμός που δεν ανέχεται απόχρωση. Οι πολίτες φαίνεται πως δεν εμπιστεύονται ούτε τους θεσμούς, αλλά ούτε και ο ένας τον άλλον. Σύμφωνα με στοιχεία του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου, το 67% των συμπολιτών μας δεν είναι ικανοποιημένο με τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα μας, ενώ μόλις το 27% εμπιστεύεται το κοινοβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Βιώνουμε, ως εκ τούτου, μια διάχυτη δυσπιστία προς τα κόμματα, αλλά και μια ευρύτερη απαξίωση των θεσμών. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως αυτό πιθανότατα θα μεταφραστεί σε ψήφο οργής. Πολλοί συμπολίτες μας έχουν «κλείσει τα αυτιά». Δεν ακούν επιχειρήματα· αποδέχονται και εκφράζουν μόνο την αγανάκτησή τους. Και, όπως φάνηκε στις ευρωεκλογές, συχνά ψηφίζουν για να τιμωρήσουν, όχι για να οικοδομήσουν.
Το ερώτημα λοιπόν είναι αναπόφευκτο: έχει διαρραγεί το κοινωνικό συμβόλαιο;
Αν ακολουθήσουμε αυστηρά τον Χομπς, η απάντηση είναι όχι. Το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί. Οι εκλογές διεξάγονται. Τα δικαστήρια απονέμουν δικαιοσύνη. Δεν έχουμε επιστρέψει στη «φυσική κατάσταση», εκείνη δηλαδή την υποθετική κατάσταση όπου, κατά τον Χομπς, απουσιάζει η πολιτική εξουσία και επικρατεί ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Κι όμως, κάτι έχει ραγίσει. Έχει τραυματιστεί το συμβόλαιο εμπιστοσύνης.
Η δημοκρατία δεν στηρίζεται μόνο στον φόβο της αναρχίας. Στηρίζεται στη συναίνεση ότι το σύστημα, με όλα τα λάθη του, είναι εν πολλοίς δίκαιο, διαφανές και ικανό να διορθώνεται όταν χρειάζεται. Όταν αυτή η πεποίθηση κλονίζεται, οι πολίτες ζητούν κάθαρση. Και συχνά τη ζητούν μέσα από πρόσωπα και σχήματα που υπόσχονται ρήξη χωρίς κόστος.
Εδώ η πολιτική φιλοσοφία γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη. Ο Χομπς μας υπενθυμίζει ότι ο φόβος της ανασφάλειας είναι εκείνος που οδηγεί τους ανθρώπους να αποδεχθούν την ύπαρξη ισχυρών θεσμών. Ο θυμός, όμως, λειτουργεί διαφορετικά. Ο θυμός οδηγεί στην αναζήτηση τιμωρίας. Και όταν η ψήφος γίνεται εργαλείο εκδίκησης, η δημοκρατία μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο.
Δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτή την οργή με αλαζονεία ούτε με ηθικολογία. Άλλωστε, η δυσπιστία δεν γεννήθηκε στο κενό. Τροφοδοτήθηκε από παθογένειες και προβληματικές πρακτικές, από την αίσθηση ατιμωρησίας και ενδεχομένως συγκάλυψης. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η φωνή τους δεν μετρά, στρέφονται σε εκείνους που υπόσχονται να γκρεμίσουν το οικοδόμημα.
Όμως η κατεδάφιση δεν είναι μεταρρύθμιση. Η απάντηση δεν είναι ένας νέος «Λεβιάθαν» που θα επιβάλει τάξη. Η απάντηση είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσα από θεσμική σοβαρότητα, διαφάνεια και λογοδοσία. Η δημοκρατία δεν σώζεται με κραυγές· σώζεται με συνέπεια.
Στην Κύπρο υπάρχει και ένα επιπλέον ιστορικό βάρος. Η μνήμη των διακοινοτικών ταραχών, οι ανοιχτές πληγές της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής, η αίσθηση διαρκούς αβεβαιότητας. Όταν σε μια κοινωνία υπάρχει ήδη συλλογικό τραύμα, η πολιτική τοξικότητα πολλαπλασιάζεται και η δυσπιστία γίνεται στάση ζωής.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν υπόσχεται τελειότητα. Υπόσχεται όμως τη δυνατότητα διόρθωσης των αδικιών. Υπόσχεται ελευθερία λόγου, θεσμικά αντίβαρα και εναλλαγή εξουσίας. Αν αυτά λειτουργούν, το κοινωνικό συμβόλαιο μπορεί να ανανεωθεί. Αν απαξιωθούν, τότε η ρωγμή βαθαίνει και γίνεται επικίνδυνη.
Το στοίχημα της εποχής μας δεν είναι να νικήσουμε τους «εξωσυστημικούς». Είναι να αφαιρέσουμε το έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζουν. Και αυτό γίνεται μόνο όταν η πολιτική ξαναγίνει αξιόπιστη.
Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν σπάει απότομα. Διαβρώνεται. Και η ευθύνη για την αποκατάστασή του βαραίνει πρωτίστως όσους ασκούν εξουσία, αλλά και όσους διεκδικούν να την ασκήσουν. Αν θέλουμε να αποφύγουμε έναν θεσμικό εμφύλιο, πρέπει να επαναφέρουμε την εμπιστοσύνη ως κεντρική πολιτική αξία. Να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Να αναγνωρίσουμε τα λάθη. Να προτείνουμε ρεαλιστικές λύσεις. Και, κυρίως, να αποδείξουμε στην πράξη ότι η πολιτική μπορεί να είναι υπηρεσία και όχι μηχανισμός αυτοσυντήρησης.
Εν κατακλείδι, το κοινωνικό συμβόλαιο δεν έχει καταρρεύσει. Αλλά χρειάζεται επειγόντως ανανέωση.
*Πολιτικός Επιστήμονας, αναπληρώτρια Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων του Δημοκρατικού Συναγερμού και υποψήφια βουλεύτρια Αμμοχώστου ΔΗΣΥ