Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο εξελίσσεται ραγδαία σε ένα οξύ παγκόσμιο οικονομικό ζήτημα. Καθώς οι επιθέσεις επεκτείνονται στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή, τίθεται υπό άμεση απειλή η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια πολιτική οικονομία. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί, οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενους κινδύνους και η υφήλιος βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στον 21ο αιώνα. Τα κράτη και άλλοι θεσμικοί δρώντες της παγκόσμιας οικονομίας καλούνται να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης περιφερειακής σύγκρουσης, η οποία αναζωπυρώνει τον παγκόσμιο εφιάλτη του πληθωρισμού, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και της πτώσης του ρυθμού ανάπτυξης.
Τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη των εκτεταμένων αεροπορικών επιδρομών των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η σύγκρουση δεν αποτελεί πλέον μόνο στρατιωτική κρίση. Η Μέση Ανατολή είχε ανέκαθεν κομβική σημασία για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς εξυπηρετεί την εφοδιαστική αλυσίδα μικρών και μεγάλων οικονομιών. Οποιαδήποτε διαταραχή στην περιοχή μεταδίδεται γρήγορα στις ενεργειακές αγορές, στους μακροοικονομικούς δείκτες και στις ροές των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.
Οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου αυξάνουν τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μεταφέρονται άμεσα στο κόστος παραγωγής. Η άνοδος των τιμών υποθάλπει τον πληθωρισμό και αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν αυστηρότερη νομισματική πολιτική για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη.
Κατά τα φαινόμενα, μια περιφερειακή στρατιωτική αντιπαράθεση μετατρέπεται ραγδαία σε μακροοικονομικό σοκ με παγκόσμιες συνέπειες. Η εξέλιξη αυτή λαμβάνει χώρα σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη συγκυρία για την παγκόσμια οικονομία. Μετά το κύμα πληθωρισμού της περιόδου 2021-2023, πολλές οικονομίες μόλις άρχιζαν να σταθεροποιούνται. Ένα νέο ενεργειακό σοκ απειλεί να ανατρέψει μέρος αυτής της προόδου, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να αναζητήσουν εκ νέου μια ισορροπία ανάμεσα σε πολιτικές ελέγχου του πληθωρισμού και πολιτικές αποφυγής της ύφεσης.
Η σύγκρουση έχει πλέον εισέλθει στη δεύτερη προς τρίτη εβδομάδα, με έντονες αεροπορικές επιδρομές να συνεχίζονται και το Ιράν να εξαπολύει πυραυλικές επιθέσεις και επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροχήματα. Παρά τις εκτιμήσεις ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά, η Τεχεράνη συνεχίζει να προκαλεί αναστάτωση, υλικές καταστροφές και σοβαρές φθορές σε υποδομές. Επιθέσεις και αντίποινα έχουν πλήξει πολλαπλούς στόχους σε χώρες του Κόλπου, με διαθέσιμες —αν και όχι πλήρως επιβεβαιωμένες— εκτιμήσεις να υποδεικνύουν σημαντικές ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές.
Το ανθρώπινο κόστος είναι ήδη ιδιαίτερα βαρύ, με τους άμαχους να αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων.. Η σύγκρουση έχει επίσης επεκταθεί στον Λίβανο, όπου ισραηλινές επιδρομές έχουν στοχεύσει δυνάμεις που συνδέονται με την Χεζμπολάχ. Ο μηχανισμός ασφαλείας του Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι αντικυβερνητικοί διαδηλωτές θα αντιμετωπίζονται ως «εχθροί». Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, γιος και διάδοχός του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, φέρεται να τραυματίστηκε ελαφρά τις πρώτες ημέρες του πολέμου και δεν έχει εμφανιστεί δημόσια έκτοτε.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να λήξει «σύντομα», υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν καταστρέψει δεκάδες ιρανικά πολεμικά πλοία και έχουν αφήσει τη χώρα «χωρίς ναυτικό και χωρίς αεροπορία». Ωστόσο, το Ιράν εξακολουθεί να ασκεί σημαντική πίεση στο Στενό του Ορμούζ. Έχουν αναφερθεί ναυτικές νάρκες, ενώ εμπορικά πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις. Μόνο την 11η Μαρτίου 2026, επλήγησαν τρία πλοία, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των πλοίων που έχουν υποστεί ζημιές από την έναρξη της σύγκρουσης σε δέκα τέσσερα. Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης απειλήσει ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φθάσουν ή και θα ξεπεράσουν τα $200 ανά βαρέλι.
Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Κάθε επίθεση σε ενεργειακές υποδομές ή απειλή κατά της ναυσιπλοΐας αντανακλάται άμεσα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και σε άλλες εφοδιαστικές αλυσίδες. Το Brent έφθασε περίπου τα 100 δολάρια ανά βαρέλι στις 12 Μαρτίου, σημειώνοντας άνοδο άνω του 8% μέσα σε μία ημέρα και περίπου 40-50% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, αφού νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα είχε αγγίξει τα 120 δολάρια. Οι αγορές δεν αποτιμούν πλέον μόνο τις άμεσες «αναταράξεις», αλλά και τον κίνδυνο ενός παρατεταμένου συστημικού σοκ, καθώς οι επιθέσεις επεκτείνονται σε λιμένες του Ιράκ, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας και υποδομές στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Κουβέιτ.
Για μια παγκόσμια οικονομία που μόλις άρχιζε να ανακάμπτει από την πληθωριστική έξαρση της προηγούμενης δεκαετίας, η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα δυσμενής. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας λειτουργούν ως ένας έμμεσος φόρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα πραγματικά εισοδήματα μειώνονται, αυξάνεται το κόστος παραγωγής και περιορίζεται η κατανάλωση.
Ταυτόχρονα, περιπλέκεται και η νομισματική πολιτική, καθώς οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε ετοιμότητα, αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: να ελέγξουν τον πληθωρισμό χωρίς να προκαλέσουν βαθύτερη επιβράδυνση της οικονομίας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ήδη ανταποκριθεί, με τη μεγαλύτερη συντονισμένη απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων στην ιστορία του. Τριάντα δύο χώρες συμφώνησαν να απελευθερώσουν περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, εκ των οποίων τα 172 εκατομμύρια προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρότι τέτοια μέτρα μπορούν να προσφέρουν προσωρινή σταθεροποίηση τιμών, αναλυτές εκτιμούν ότι η αποτελεσματικότητά των μέτρων αυτών θα είναι περιορισμένη εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές ή και σε εμπορικές θαλάσσιες οδούς.
Οι οικονομικές συνέπειες δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Οι οικονομίες του Κόλπου αντιμετωπίζουν άμεσους κινδύνους ασφάλειας, καθώς επιθέσεις σε λιμένες, διυλιστήρια και εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου διαταράσσουν τις εξαγωγές και απαιτούν δαπανηρές επισκευές. Η Ευρώπη, παρά τη μερική απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, παραμένει ευάλωτη σε ένα νέο ενεργειακό σοκ.
Για μικρές ανοικτές οικονομίες όπως η Κύπρος —οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, τη ναυτιλία και τον τουρισμό— μια παρατεταμένη αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να σημαίνει υψηλότερο πληθωρισμό, ακριβότερες εμπορικές μεταφορές και αβέβαιες προοπτικές ανάπτυξης.
Δύο βασικά σενάρια
Στο σενάριο ελεγχόμενης κλιμάκωσης, όπου οι εχθροπραξίες παραμένουν περιορισμένες και επιτυγχάνεται κάποια μορφή κατάπαυσης του πυρός εντός των επόμενων εβδομάδων, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υποχωρήσουν σταδιακά προς τα 85-90 δολάρια ανά βαρέλι. Στο σενάριο παρατεταμένης κρίσης, όπου η σύγκρουση κλιμακώνεται περαιτέρω, με σημαντικές ζημιές σε ενεργειακές υποδομές ή ακόμη και πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υπερβούν τα 110-120 δολάρια ή ακόμη και να πλησιάσουν τα 200 δολάρια ανά βαρέλι.
Απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση ως μια περιφερειακή κρίση. Η άμεση προτεραιότητα είναι ο περιορισμός του ενεργειακού σοκ και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικονομιών.
Η κρίση αυτή πρέπει επίσης να λειτουργήσει ως επιταχυντής της ενεργειακής μετάβασης. Η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας μπορούν να μειώσουν σταδιακά την εξάρτηση από γεωπολιτικά ευάλωτα ενεργειακά σημεία.
Ο πόλεμος αυτός μπορεί να ξεκίνησε ως μια περιφερειακή στρατιωτική επιχείρηση με στόχο την αποδυνάμωση των πυρηνικών και περιφερειακών δυνατοτήτων του Ιράν, όμως οι οικονομικές του συνέπειες είναι ήδη παγκόσμιες. Η κρίση αυτή υπενθυμίζει μια θεμελιώδη πραγματικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας: η ενεργειακή ασφάλεια, η γεωπολιτική σταθερότητα και η μακροοικονομική ανθεκτικότητα είναι αλληλένδετες παράμετροι της οικουμενικής ευημερίας.
* Αναπληρωτής Καθηγητή Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας