Οι πόλεμοι δεν έχουν όλοι τον ίδιο ορισμό της νίκης. Στους λεγόμενους ασύμμετρους πολέμους — συγκρούσεις μεταξύ αντιπάλων με άνισες δυνατότητες ισχύος και πόρων – η λογική είναι σχεδόν παράδοξη: ο ισχυρός πρέπει να κερδίσει καθαρά για να θεωρηθεί νικητής, ενώ για τον αδύναμο ακόμη και η απλή επιβίωση μπορεί να αποτελεί επιτυχία.
Το αξίωμα αυτό αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσει κανείς τη σύγκρουση που εξελίσσεται σήμερα μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν. Την πιο καθαρή διατύπωση αυτής της λογικής την έδωσε το 1969 ο Χένρι Κίσσινγκερ, αναφερόμενος στον πόλεμο του Βιετνάμ: «Ο αντάρτης κερδίζει αν δεν χάσει. Ο συμβατικός στρατός χάνει αν δεν κερδίσει.» (“The guerrilla wins if he does not lose. The conventional army loses if it does not win”).
Από το Βιετνάμ μέχρι τη Χεζμπολάχ του 2006 και το σημερινό Ιράν, η βασική αρχή των ασύμμετρων πολέμων παραμένει η ίδια: ο χρόνος είναι το στρατηγικό όπλο του αδύναμου. Δεν είναι άλλωστε νέα ιδέα: ήδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο ο Περικλής είχε βασίσει τη στρατηγική της Αθήνας στην αντοχή και στη φθορά του αντιπάλου. Η διαπίστωση αυτή είναι διαχρονική. Αυτό είναι το στρατηγικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ΗΠΑ στο Ιράν.
Η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι συντριπτικά ανώτερη από εκείνη του Ιράν. Ωστόσο σε έναν ασύμμετρο πόλεμο η στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν εξασφαλίζει πολιτική νίκη.
Το στρατηγικό χρονοδιάγραμμα της Ουάσιγκτον
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει δηλώσει ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να διαρκέσει περίπου τέσσερις εβδομάδες. Ωστόσο, τέτοιου είδους χρονοδιαγράμματα σε καιρό πολέμου αποδεικνύονται συχνά ρευστά. Η εσωτερική πολιτική επιβάλλει επίσης το δικό της ρολόι: οι επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο θα διαμορφώσουν αναπόφευκτα το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πόλεμος θα αξιολογηθεί στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει προγραμματίσει επίσημη επίσκεψη στην Κίνα από τις 31 Μαρτίου έως τις 2 Απριλίου.
Το Πεκίνο θεωρείται στη σημερινή αμερικανική στρατηγική σκέψη ο κατεξοχήν μακροπρόθεσμος στρατηγικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ – αυτό που η αμερικανική στρατηγική ορολογία περιγράφει ως την «πρόκληση ρυθμού» (pacing challenge), όπως αποτυπώνεται τόσο στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ (Δεκέμβριος 2025) όσο και στην Εθνική Στρατηγική Άμυνας (Ιανουάριος 2026). Ο πόλεμος στο Ιράν θα παρακολουθείται συνεπώς πολύ προσεκτικά στο Πεκίνο, καθώς οι ΗΠΑ προετοιμάζονται ταυτόχρονα για μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, ακόμη και οι περιφερειακοί πόλεμοι μετατρέπονται σε δοκιμασίες αξιοπιστίας.
Αν μέχρι τότε το καθεστώς της Τεχεράνης έχει καταρρεύσει ή εξαναγκαστεί σε βαθιά πολιτική μεταμόρφωση, η Ουάσινγκτον θα μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως σαφή στρατηγική επιτυχία. Αν όμως το καθεστώς των Μουλάδων επιβιώσει, η εικόνα της νίκης θα είναι πολύ πιο αμφίβολη. Ακόμη και χωρίς κατάρρευση του καθεστώτος, η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να επιχειρήσει να ορίσει ως επιτυχία την καταστροφή κρίσιμων στρατηγικών δυνατοτήτων του Ιράν, ιδίως πυραυλικών ή πυρηνικών.
Η στρατηγική αντοχής της Τεχεράνης
Η στρατηγική της Τεχεράνης φαίνεται να στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Το ιρανικό καθεστώς γνωρίζει ότι δεν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μπορεί όμως να επιδιώξει κάτι άλλο: να αντέξει. Ταυτόχρονα, η εσωτερική συνοχή του καθεστώτος παραμένει ένας αστάθμητος παράγοντας. Ενδείξεις εσωτερικών τριβών είναι ορατές στην ιρανική ηγεσία. Οι Φρουροί της Επανάστασης φαίνεται να ενισχύουν την επιρροή τους στις κρίσιμες αποφάσεις του πολέμου. Η αμφιλεγόμενη ανάδειξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως ανώτατου ηγέτη της χώρας — με τη στήριξη των Φρουρών της Επανάστασης παρά τις επιφυλάξεις μέρους του κληρικού κατεστημένου — υποδηλώνει τη μετατόπιση ισχύος στο εσωτερικό του Ιράν.
Σε συγκρούσεις αυτού του τύπου, η στρατιωτική αντοχή και η πολιτική σταθερότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Πρόσφατες απολογίες του προέδρου του Ιράν προς τα κράτη του Κόλπου για επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη — ακόμη και καθώς οι επιθέσεις συνεχίζονταν — αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη σύνθετη σχέση μεταξύ πολιτικού μηνύματος και επιχειρησιακού ελέγχου στο εσωτερικό του ιρανικού συστήματος.
Για τον σκοπό αυτό το Ιράν έχει αναπτύξει επί δεκαετίες ένα πολυεπίπεδο σύστημα άμυνας και αντίδρασης. Στην παρούσα σύγκρουση, το ιρανικό αμυντικό σύστημα — με κεντρικό ρόλο στους Φρουρούς της Επανάστασης και ενδεχομένως τη συνδρομή τμημάτων του τακτικού στρατού (Artesh) — λειτουργεί με σημαντικό βαθμό αποκεντρωμένης επιχειρησιακής αυτονομίας, μια μορφή άμυνας που συχνά περιγράφεται ως «μωσαϊκή άμυνα» (Mosaic Defense). Στο πλαίσιο αυτό, κάθε μονάδα ενεργεί αυτόνομα όπου και όταν μπορεί, πολλαπλασιάζοντας το κόστος για τον αντίπαλο.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να επεκτείνει το πεδίο της σύγκρουσης μέσω ενός δικτύου περιφερειακών συμμάχων και πληρεξουσίων δυνάμεων. Ο στόχος δεν είναι η στρατιωτική επικράτηση αλλά η συσσώρευση πολιτικού και οικονομικού κόστους για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Σε αυτό το σημείο εισέρχεται ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας: η διάρκεια του πολέμου.
Επιμελητεία και οικονομία του πολέμου
Κάθε σύγκρουση μεγάλης κλίμακας εξαρτάται τελικά από δύο θεμελιώδεις μεταβλητές: την επιμελητεία και την οικονομία. Ποια πλευρά διαθέτει επαρκές οπλοστάσιο και ποια μπορεί να αντέξει το οικονομικό βάρος του πολέμου.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν ασφαλώς τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες. Ωστόσο, η στρατιωτική τους παρουσία είναι παγκόσμια και ήδη επιβαρυμένη από άλλες συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη.
Ταυτόχρονα, οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης μπορεί να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με τις στρατιωτικές. Μια απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας ή σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πιέσεις που ούτε η διπλωματία ούτε ο πόλεμος μπορούν εύκολα να επιλύσουν.
Ιδιαίτερα Η αμφιλεγόμενη ανάδειξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως ανώτατου ηγέτη της χώρας – με τη στήριξη των Φρουρών της Επανάστασης παρά τις επιφυλάξεις μέρους του κληρικού κατεστημένου – υποδηλώνει τη μετατόπιση ισχύος στο εσωτερικό του Ιράν (LNG). Ακόμη και η πιθανότητα ναρκοθέτησης ή άλλης μορφής παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας έχει ήδη οδηγήσει σε δραματική αύξηση των ασφαλίστρων για τα πλοία που διέρχονται από την περιοχή. Σε ασύμμετρους πολέμους, η οικονομία συχνά γίνεται προέκταση του ίδιου του πολέμου. Μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Αποτροπή, αντοχή και το παράδοξο της νίκης
Στην πραγματικότητα, αυτό που δοκιμάζεται σήμερα δεν είναι μόνο η αντοχή του ιρανικού καθεστώτος αλλά και η αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής. Οι μεγάλες δυνάμεις σπανίως ηττώνται στο πεδίο της μάχης. Ηττώνται όταν η στρατιωτική τους υπεροχή δεν μεταφράζεται σε καθαρό πολιτικό αποτέλεσμα. Όπως μας θυμίζει ήδη από την αρχαιότητα ο Θουκυδίδης, η ισχύς κρίνεται τελικά από το αποτέλεσμα και όχι από τις προθέσεις.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποια πλευρά διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ. Αυτό είναι ήδη γνωστό. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια πλευρά μπορεί να αντέξει πολιτικά περισσότερο. Αυτό αποδείχθηκε στο Βιετνάμ για τις ΗΠΑ, όπως και νωρίτερα στην Ινδοκίνα για τη Γαλλία.
Αν η Τεχεράνη επιβιώσει — ακόμη και βαριά τραυματισμένη — τότε θα έχει επιβεβαιωθεί ξανά η σκληρή λογική των ασύμμετρων πολέμων: ο ισχυρός πρέπει να κερδίσει καθαρά για να διατηρήσει την αποτροπή του. Ο αδύναμος χρειάζεται απλώς να αντέξει.
Στους ασύμμετρους πολέμους, η αντοχή συχνά αποδεικνύεται πιο καθοριστική ακόμη και από την ίδια την ισχύ. Αυτό είναι το στρατηγικό παράδοξο που αντιμετωπίζει σήμερα η Ουάσιγκτον στο Ιράν.
*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.