Ξημερώνει χωρίς να μας ρωτήσει. Και μαζί με το φως, κάπου ανάμεσα στη νύχτα που δεν έχει τελειώσει και στη μέρα που ξεκινά, υπάρχει μια μικρή, σχεδόν αόρατη στιγμή: η στιγμή της απόφασης. Δεν είναι η πιο δυνατή στιγμή. Δεν συνοδεύεται από επευφημία. Συχνά είναι άβολη, βαριά, ατελής. Αλλά είναι εκείνη που καθορίζει τα πάντα – η στιγμή που μετατρέπει την πειθαρχία σε συνήθεια.Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζεται ο πιο γρήγορος. Δεν χρειάζεται αυτός που θα πει αντανακλαστικά αυτό που θέλει να ακούσει ο κόσμος. Χρειάζεται αυτός που αντέχει να σταθεί για λίγο πριν μιλήσει. Και σε αυτή τη δοκιμασία, αποτύχαμε.

Στην περίπτωση του αφθώδους πυρετού, το αποτέλεσμα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Αν υποθέσουμε ότι έγιναν όλα σωστά και παρ’ όλα αυτά φτάσαμε εδώ, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Δεν είναι θέμα διαχείρισης. Eίναι θέμα αντίληψης της πραγματικότητας. Και η εύκολη αντίδραση είναι να το διαχέουμε: στις συνθήκες, στους άλλους, στην «ιδιαιτερότητά» μας. Αν όμως όλα έγιναν σωστά, τότε το πρόβλημα δεν είναι η κρίση. Είμαστε εμείς.

Σε κάθε κρίση, η απαίτηση είναι απλή – και γι’ αυτό δύσκολη: αμεσότητα, ειλικρίνεια, καλοσύνη. Όχι καλοσύνη ως ευχάριστη διάθεση, αλλά ως προσήλωση στην αλήθεια και πειθαρχία στην πραγματικότητα, όσο δύσκολη κι αν είναι. Το κράτος δεν υπάρχει για να είναι αρεστό. Η πολιτική ηγεσία υπάρχει για να αντέχει την αλήθεια και να ενεργεί πάνω σε αυτή.

Κι όμως, αυτό ακριβώς υποχωρεί: η πίστη στη λογική, στα δεδομένα, στην επιστήμη. Όταν η απόφαση αποσυνδέεται από τη γνώση, δεν έχουμε απλώς κακή πολιτική. Έχουμε αρχή αποσύνθεσης του κράτους. Οι ιστορίες των κτηνοτρόφων συγκλονίζουν. Ο πόνος είναι πραγματικός – και δεν επιτρέπει ούτε ευκολία ούτε κυνισμό. Δεν επιτρέπει όμως και κάτι άλλο: να λαμβάνονται αποφάσεις με βάση το τι αντέχουμε να ακούσουμε.

Σε ένα κανονικό κράτος, ακούγονται οι ειδικοί. Εδώ, συχνά μιλούν αλλά δεν ακούγονται – και το κενό γεμίζει με απόψεις. Αυτό δεν είναι δημοκρατία. Είναι θόρυβος.Σε σχέση με την ανάγκη μαζικής θανάτωσης, δεν διατυπώθηκε πειστικά, τουλάχιστον σε δημόσιο επίπεδο, μια τεκμηριωμένη αντίθετη θέση από ειδικούς. Και αυτή η σιωπή λέει κάτι από μόνη της. Αν κάτι φαίνεται σήμερα πιο καθαρά, είναι ότι ο εφησυχασμός κόστισε. Και ότι σε τέτοιες στιγμές, ο χρονισμός και η εγρήγορση δεν είναι επιλογή. Είναι ευθύνη.

Η Κύπρος δεν λειτουργεί σε κανονικές συνθήκες. Υπάρχει κατοχή. Υπάρχει αδυναμία ελέγχου σε ολόκληρη την επικράτεια. Υπάρχει μια ανοιχτή πληγή, γεωγραφική και θεσμική.

Και ακριβώς γι’ αυτό, η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για προστασία, αυτή πρέπει να αφορά ολόκληρο το νησί. Από την πρόληψη, στο χειρισμό του πρώτου κρούσματος μέχρι την ολοκληρωτική θεραπεία. Τεχνοκρατικά, επαγγελματικά και υπεύθυνα. Όχι επιλεκτικά. Όχι ανάλογα με το τι είναι πολιτικά βολικό ή εθνικά επιτρεπτό.

Αλλά υπάρχει και κάτι πιο δύσκολο να ειπωθεί. Δεν μας φταίνε μόνο οι συνθήκες. Κάποιοι έφεραν τη μόλυνση. Κάποιοι την επέτρεψαν. Το λαθρεμπόριο -ειδικά εν γνώσει της ύπαρξης του ιού- δεν είναι «παραβατικότητα χαμηλής έντασης». Είναι υπονόμευση δημόσιας ασφάλειας. Και όσο αντιμετωπίζεται με ανοχή, θα επανέρχεται.

Ας προβληματιστούμε. Θα συνεχίσουμε έτσι; «Ιδιαζόντως ευφυής, στα λάθη πάντα συνεπής, στον πειρασμό επιρρεπής» ψιθυρίζει ο Βασίλης στο αυτί μου. Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μας συνήθεια: να απαιτούμε κανονικό κράτος, χωρίς να συμπεριφερόμαστε ως κανονική κοινωνία.

Σε συνθήκες όπως οι δικές μας, δεν έχεις το περιθώριο να είσαι μέτριος. Ή θα είσαι πιο αυστηρός από τους άλλους ή θα είσαι πιο εκτεθειμένος. Μέση λύση δεν υπάρχει.Κάποιες φορές, για να πας μπροστά, πρέπει πρώτα να πας πίσω. Να πάρεις αποφάσεις που κοστίζουν. Να πεις αλήθειες που ενοχλούν. Αν δεν το κάνεις, τότε δεν σε περιορίζουν οι συνθήκες. Σε ορίζει η ανοχή σου σε αυτές.

Ξημερώνει χωρίς να μας ρωτήσει. Το θέμα είναι τι έχουμε αποφασίσει μέχρι τότε.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου