«Στην πολιτική τα πέντε λεπτά είναι πολύς χρόνος» φέρεται να είπε κάποτε ο πρώην Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Winston Churchill.

Έχουν παρέλθει 66 χρόνια από τότε που το Ηνωμένο Βασίλειο απεχώρησε από την Κύπρο εκτός από την περιοχή των Βάσεων.

Η κυπριακή νομολογία με απόφαση, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση, Graham Thomas Preece v. «ΕΣΤΙΑ» Ασφαλιστική & Αντασφαλιστική Εταιρέιας Α.Ε. (1991) 1 ΑΑΔ 568, 27/6/1991, αποφάσισε ότι: «Οι δύο περιοχές των Βάσεων με την Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως παρέμειναν κάτω από την επικυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου. Το προηγούμενο καθεστώς των περιοχών αυτών, μέρος της αποικίας της Κύπρου, έπαυσε να υφίσταται. Το καθεστώς των Βάσεων καθορίζεται, ρυθμίζεται και διέπεται από την Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως περιλαμβανομένων Δηλώσεων, Παραρτημάτων και Νότων που αντηλλάγησαν. Το όνομα των περιοχών αυτών ελέγχεται από την λέξη «base»,  (βάση), το οποίο καθαρά δηλώνει στρατιωτική χρήση. Με βάση την τελεολογική μέθοδο και τις αρχές ερμηνείας που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων δεν είναι ούτε κράτος, ούτε αποικία, αλλά περιοχές της νήσου Κύπρου στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον χρόνο της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας της Κύπρου για στρατιωτικούς και αμυντικούς σκοπούς μόνο διατήρησε την επικυριαρχία με τους περιορισμούς και προσδιορισμούς που αναφέρονται στα πιο πάνω διεθνή και διμερή έγγραφα».

Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αγγλίας, ημερ. 2018 στην υπόθεση R (on the Application of Tag Eldin Ramadan Bashir and others) v. Secretary of State for the Home Department [2018] EWCA Civ 397, 30 July 2018.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, o περί Κύπρου Νόμος της Αγγλίας του 1960 δεν άλλαξε το καθεστώς των κυρίαρχων περιοχών των Βάσεων, αλλά απλώς τις εξαίρεσε από την μεταβίβαση της Κύπρου στη νέα Κυπριακή Δημοκρατία.

Με λίγα λόγια, οι κυρίαρχες περιοχές των Βάσεων, εξακολουθούν να παραμένουν στην κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου, και αποτελούν ουσιαστικά έδαφός του σαν έδαφος της αποικίας της Κύπρου το οποίο παρέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο με βάση τις διευθετήσεις.

Να αναφέρουμε επίσης ότι, το Μάρτιο του 1965 εξοφλήθηκε η τελευταία δόση του 1,5 εκατομμυρίου, οικονομική βοήθεια προς την Κύπρο, την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο των συμφωνιών, συμφώνησε ότι θα δίδει στην Κύπρο. Σύμφωνα με το Παράρτημα R στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, το Ηνωμένο Βασίλειο  συμφώνησε ότι υπό μορφή χορηγίας θα έδιδε 12 εκατομμύρια τα πρώτα πέντε χρόνια μέχρι 31 Μαρτίου του 1965 στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κύπρου.  Στην συνέχεια συμφώνησε ότι με αμοιβαία διαπραγμάτευση και συμφωνία των δύο μερών θα καθορίζετο η οικονομική βοήθεια για την επόμενη πενταετή περίοδο κ.ο.κ.

Επίσης, για τις διευκολύνσεις στρατιωτικής φύσεως σε διάφορες περιοχές της Κύπρου, στις ελεύθερες και κατεχόμενες σήμερα, συμφωνήθηκε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα κατέβαλλε ποσά τα οποία θα συμφωνούντο μεταξύ των μερών. Βλέπε Παράρτημα Β της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης.

Έχει γραφτεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτημα το 1974 για καταβολή των πιο πάνω ποσών, ύψους 75 περίπου εκατομμυρίων λιρών Κύπρου, και προφανώς το 1983, το ποσό της απαίτησης αυξήθηκε σε 250 εκατομμύρια. Το θέμα φαίνεται έκτοτε να παρέμεινε σε εκκρεμότητα.

Με δεδομένο το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας ότι οι Βάσεις αποτελούν κυρίαρχο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, και με βάση το Παράρτημα Ο και εν γένει τις πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και των Παραρτημάτων, το Ηνωμένο Βασίλειο διαχειρίζεται τις Βάσεις σαν μέρος της αποικίας της Κύπρου, κάτι το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με την γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την νομιμότητα της διατήρησης του αποικιακού καθεστώτος από το Ηνωμένο Βασίλειο στο Αρχιπέλαγος των Νησιών Τσιάκος στην υπόθεση 2019/2.

Σύμφωνα με την γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου οι υποχρεώσεις οι οποίες προκύπτουν δυνάμει του διεθνούς δικαίου και αντανακλώνται στα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, κατά την διάρκεια της αποαποικιοποίησης της Μαυριτανίας απαιτούν όπως το Ηνωμένο Βασίλειο σαν η χώρα διαχειρίστρια, σεβαστεί την εδαφική ακεραιότητα της Μαυριτανίας συμπεριλαμβανομένου και του Αρχιπελάγους Τσιάκος.

Το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράνομη αποκόλληση το Αρχιπελάγους και ενσωμάτωσή του σε νέα αποικία, γνωστή σαν BIOT, δεν είναι σύμφωνη με την διαδικασία αποαποικιοποίησης της Μαυριτανίας κατά την ανεξαρτησία της Μαυριτανίας το 1968.

Συνεπώς η αποαποικιοποίηση δεν συμπληρώθηκε σύμφωνα με το δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση δυνάμει του διεθνούς δικαίου. Η συνεχιζόμενη διοίκηση του Αρχιπελάγους είναι παράνομη

Να σημειωθεί ότι, ένα από τα επιχειρήματα που ήγειρε το Ηνωμένο Βασίλειο στην υπόθεση, ήταν ότι, έκτοτε, πολλές φορές εκ των υστέρων επικύρωσε η Μαυριτανία το καθεστώς και εμποδίζεται από του να επιχειρεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του καθεστώτος του Αρχιπελάγους. Το δικαστήριο δεν δέχθηκε το επιχείρημα αυτό, κάτι το οποίο βοηθά στην επιχειρηματολογία μας ότι οι αποικίες του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο δια της μορφής των κυρίαρχων βάσεων δεν θα μπορούσε να νομιμοποιηθούν με τις πράξεις και ή παραλείψεις της Κυπριακής Κυβέρνησης και ή άλλων από το 1960 και έπειτα. Σταθμό αποτελεί η ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1973, όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση δέχθηκε την εξαίρεση των κυρίαρχων βάσεων και στη συνέχεια η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και έπειτα, το 2004, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τα σχετικά πρωτόκολλα που αφορούν τις Βάσεις. Το επιχείρημα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία απεδέχθηκε το καθεστώς τους σαν αποτέλεσμα, και εμποδίζεται από του να εγείρει θέμα, φαίνεται να μην βρίσκει έρεισμα δυνάμει της γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Στις Βάσεις κατοικούν και εργάζονται περίπου 7.000 Κύπριοι οι οποίοι επηρεάζονται άμεσα από το καθεστώς, και τα πρόσφατα γεγονότα σίγουρα θέτουν εν αμφιβόλω την ασφάλειά τους με δεδομένο ότι, οι Βάσεις, σαν αποικιακό κατάλοιπο, ενεργούν αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των κατοίκων σε αυτές αλλά και ευρύτερα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι επιπτώσεις στην οικονομία μας δυνατόν να αποδειχθούν τραγικές.

Μετά την γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το 2019, άνοιξε ο δρόμος για να ζητήσει η Κυπριακή Δημοκρατία επανεξέταση του αποικιακού αυτού καταλοίπου συμφώνως του διεθνούς δικαίου, κάτι το οποίο κατά την γνώμη μου συνεπάγεται και τα εξής:

Πρώτον, μέσα στο πλαίσιο της επανεξέτασης, με προειδοποίηση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα προσφύγει με τον οποιονδήποτε τρόπο είτε απευθείας είτε μέσω της Γενικής Συνέλευσης, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα τεθεί το θέμα χορηγίας από το 1965 και έπειτα, η οποία θα πρέπει να συμφωνηθεί μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Κυπριακής Δημοκρατίας για τα τελευταία 61 χρόνια, ως επίσης και καταβολή αποζημίωσης για την χρήση των διευκολύνσεων προς όφελος του Ηνωμένου Βασιλείου σε διάφορα σημεία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δεύτερον, υπενθυμίζουμε ότι, με το Σχέδιο Ανάν, είχε προταθεί η επιστροφή της Δεκέλειας εις την προτεινόμενη παρθενογεννημμένη Ενωμένη Ομόσπονδη Κύπρο, με δεδομένο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν χρειαζόταν και τις δύο βάσεις στην Κύπρο για σκοπούς αμυντικούς και προώθηση των συμφερόντων του Ηνωμένου Βασιλείου.

Παλαιότερα στην εφημερίδα Times του Λονδίνου είχαν αποσταλεί επιστολές, σύμφωνα με τις οποίες, στρατιώτες από την Δεκέλεια προκαλούσαν έκτροπα στην Αγία Νάπα σε μπυραρίες, δισκοθήκες κτλ., και ήταν προτιμότερο να απομακρυνθούν από τη Δεκέλεια τα Βρετανικά στρατεύματα, τα οποία δεν περιποιούσαν τιμή στο καλό όνομα και φήμη του Ηνωμένου Βασιλείου.

Τρίτον, στο πλαίσιο της επανεξέτασης θα πρέπει να τεθεί θέμα να μειωθεί η έκταση σε πρώτο στάδιο, την οποία κατέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο τόσο με την επιστροφή της Δεκέλειας στην Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και με την μείωση δραστικά της έκτασης στο Ακρωτήρι για να απαλλαγούν  από το καθεστώς αυτό τα χωριά και οι Έλληνες της Κύπρου που διαβιούν σε αυτά.

Να σημειωθεί εδώ ότι έγινε δεχτό με ανταλλαγή νότων (Notes), που είναι το Appendix P στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, ότι στην περίπτωση που το Ηνωμένο Βασίλειο θα επέστρεφε τις Βάσεις, αυτές θα επιστρέφοντο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τις σχετικές νότες απεδέχθει και  υπέγραψε και ο Δρ. Φαζίλ Κουτσιούκ.

Τέταρτο, θα πρέπει να καταργηθεί πλήρως το αποικιακό καθεστώς  και τα κυριαρχικά δικαιώματα του Ηνωμένου Βασίλειου στην περιοχή που θα παραμείνει μία στρατιωτική βάση, η οποία, όπως και στην περίπτωση του Αρχιπέλαγους και της Ντιέγκο Γκαρσία, θα μπορούσε πλέον να ενοικιασθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο σαν στρατιωτική βάση. Το ενοίκιο θα πρέπει να συμφωνηθεί ως και η χρονική διάρκεια.

Με αυτό τον τρόπο θα αποκατασταθεί το διεθνές δίκαιο, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι:

(α) Θα τακτοποιηθεί η εκκρεμότητα για την οικονομική αποζημίωση η οποία προκύπτει σαν αποτέλεσμα των προαναφερθέντων.

(β) Θα σταλεί το μήνυμα στο Ηνωμένο Βασίλειο παράλληλα, και μέσα στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο σαν συνεγγυήτρια δύναμη δεν μπορεί να προωθεί διχοτομικά σχέδια όπως π.χ. το Ανάν 5 μέσω του Λόρδου Χάνι.

(γ) Είναι ευκαιρία μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο όπως διαμορφώνεται στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο να υπάρξει και απαγκίστρωση εκ μέρους της δικής μας πλευράς από την επαχθέστατη και απαράδεκτη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με Πολιτική Ισότητα, η οποία καταργεί στην πράξη την Κυπριακή Δημοκρατία, την διατήρηση και συνέχιση της οποίας έχουν συνεγγυηθεί το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελλάδα.

Έφτασε η ώρα για επανασχεδιασμό του Κυπριακού με την υιοθέτηση ενός Σχεδίου Β, το οποίο θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει, πέραν από μία προώθηση Λύσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή κατοχύρωση των γνωστών τεσσάρων ελευθεριών, την επανασύσταση του ενιαίου αμυντικού χώρου και δέσμευση της Ελλάδας ότι οποιαδήποτε νέα προέλαση των Τούρκων στην Κύπρου θα είναι casus belli για την Ελλάδα!

Δικηγόρος, Καθηγητής

Πρόεδρος της ΔΗΜΑΛ