Υπάρχουν μέρες που ξυπνάς και δεν έχεις καμία διάθεση για τίποτα. Ούτε για τρέξιμο, ούτε για καφέ, ούτε για γράψιμο, ούτε για ευγενικές καλημέρες. Είναι οι μέρες που κάτι μέσα σου επιμένει να σε κοιτάει. Αυτές τις μέρες, αν είσαι τυχερός, κάθεσαι ή τρέχεις με εκείνο το «κάτι» αντί να το διώξεις.Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα. Α ρε Διονύση. Τι στίχο μου έβαλες στο playlist…

«Είμαι ό,τι δεν ανέχομαι

ό,τι πιο βαθιά μισώ

ό,τι δίνω κι ό,τι δέχομαι

κι ό,τι πάντα σου χρωστώ»

Στάθηκα σε αυτό: είμαι. Όχι “οι άλλοι”. Όχι “το σύστημα”. Όχι “η κοινωνία”. Εγώ.

Σκέφτομαι πόσο εύκολα, ως κοινωνία, μάθαμε να δείχνουμε προς τα έξω. Να κρίνουμε. Να έχουμε άποψη για τη δουλειά, τη στάση, τη συμπεριφορά των άλλων. Να εντοπίζουμε γρήγορα το λάθος, την αδικία, την ανεπάρκεια. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν απλώς το επιτρέπουν – το επιβραβεύουν.

Και πόσο δύσκολα σταματάμε στον εαυτό μας. Η ενδοσκόπηση δεν έχει κοινό. Δεν έχει επιβεβαίωση. Κι όμως, εκεί βρίσκεται το πιο δύσκολο κομμάτι.Γιατί πολλές φορές, αυτό που μας εκνευρίζει περισσότερο στους άλλους δεν είναι ξένο. Είναι γνώριμο. Το έχουμε δει μέσα μας. Και αυτό είναι άβολο.

Στην Κύπρο το βλέπεις παντού – στον τρόπο που μιλάμε για «τους άλλους», στον δημόσιο λόγο που γίνεται εύκολα καταγγελία, στην ευκολία με την οποία ξέρουμε τι φταίει, αλλά δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τη δική μας συμμετοχή.

Στην επαγγελματική ζωή, το βλέπω συχνά. Ζητάμε καλύτερες αποφάσεις, περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη συνέπεια. Και σωστά. Αλλά σπανιότερα σταματάμε να ρωτήσουμε: εμείς, στο μικρό μας πεδίο, τι κάνουμε;

Εισπράττω αυτό που δίνω; Το συνειδητοποιώ; Προσπαθώ να βελτιωθώ – ή μόνο να βελτιώσω τους άλλους; Η απάντηση δεν είναι πάντα βολική. Προτιμάμε έναν κόσμο με καθαρές γραμμές. Με ήρωες και κακούς. Με ξεκάθαρη ευθύνη. Με έναν “άλλον” που φταίει. Είναι πιο εύκολο έτσι.

Αλλά η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Και λιγότερο βολική. Και αυτό δεν είναι μόνο προσωπικό. Διαπερνά τον τρόπο που λειτουργούμε συλλογικά – και στη δημόσια μας ζωή.

Ενόψει εκλογών, ακούω συχνά ότι διακυβεύεται η δημοκρατία. Το πιστεύω. Αλλά όχι μόνο με τον τρόπο που λέγεται. Η δημοκρατία δεν διακυβεύεται μόνο από αυτούς που θέλουν να την υπονομεύσουν. Διακυβεύεται και από εμάς – από τον τρόπο που τη ζούμε ή δεν τη ζούμε.

Όταν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όταν η αγανάκτηση εξαντλείται σε μια ανάρτηση – ή σε έναν καφέ όπου «τα λέμε». Όταν ζητάμε λογοδοσία από τους άλλους, χωρίς να εξετάζουμε τις δικές μας αντιφάσεις. Τότε κάτι χάνεται. Και ίσως αυτό να εννοεί και ο στίχος:

«Είμαι όλα αυτά που έχασα

στου αιώνα το μισό

είμαι όλα αυτά που ξέχασα

κι όμως πάντα σ’ αγαπώ»

Παρά όλα αυτά, αγαπούμε τον τόπο. Δεν είναι η εύκολη αγάπη που λέει «είμαστε τέλειοι». Ούτε η πικρή που λέει «δεν αξίζουμε τίποτα». Είναι κάτι πιο δύσκολο. Είναι η αγάπη που γνωρίζει. Που βλέπει καθαρά τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τα λάθη – και παρ’ όλα αυτά επιμένει. Και ίσως αυτό να είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη. Όχι να ωραιοποιείς. Όχι να απορρίπτεις. Αλλά να μένεις.

Αυτές οι εκλογές δεν θα λύσουν τα πάντα. Δεν το έκαναν ποτέ. Αλλά μπορεί να είναι κάτι άλλο. Μια μικρή στιγμή απόφασης. Όχι μόνο για το ποιον επιλέγουμε. Αλλά για το πώς στεκόμαστε. Αν θα συνεχίσουμε να κοιτάμε προς τα έξω. Ή αν θα αντέξουμε, έστω για λίγο, να κοιτάξουμε μέσα.

Στο τρέξιμο, υπάρχει μια στιγμή που περνάς μπροστά από μια βιτρίνα ή ένα τζάμι. Για ένα δευτερόλεπτο βλέπεις τον εαυτό σου. Μπορείς να στρέψεις αλλού το βλέμμα. Ή να τον κοιτάξεις. Εγώ, όλο και περισσότερο, επιλέγω να μένω σε εκείνο το βλέμμα. Γιατί εκεί, έστω για μια στιγμή, δεν υπάρχει «οι άλλοι». Υπάρχει μόνο αυτό που είμαι.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου