Η παράνομη αποκοπή από το Πανεπιστήμιο Κύπρου (εφεξής: ΠΚ) του «Ειδικού Επιδόματος» που ελάμβαναν οι Καθηγητές/τριες και οι Αναπληρωτές/τριες Καθηγητές/τριές του μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο δημοσιευμάτων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Έναυσμά τους υπήρξε αφενός η συζήτηση που διεξήχθη στις 25 Φεβρουαρίου τρέχοντος από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού, ενώ εξέταζε προσχέδιο του Προϋπολογισμού του ΠΚ για το 2026, αφετέρου το συνακόλουθο σταύρωμα από την ολομέλεια της Βουλής, στις 5 Μαρτίου, του άρθρου που αφορά τα «Ειδικά Επιδόματα» στον εγκεκριμένο Προϋπολογισμό για το 2026. Σταύρωμα σημαίνει πως ουδεμία δαπάνη από το άρθρο δεν θα μπορεί να γίνει χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή συγκατάθεση της νομοθετικής εξουσίας. Τα εν λόγω δημοσιεύματα έτυχαν ευρείας δημοσιότητας προκαλώντας συζητήσεις και σχόλια, κυρίως εκτός του ΠΚ.

Με λύπη διαπίστωσα ότι κάποια από τα δημοσιεύματα αυτά περιέχουν εσφαλμένες ή ανακριβείς διατυπώσεις με αποτέλεσμα (συνειδητά ή μη) να προβάλλουν στην κοινή γνώμη μια αλλοιωμένη, υποτιμητική και άδικη εικόνα για τους ακαδημαϊκούς που βρίσκονται στις βαθμίδες που δικαιούνται το «Ειδικό Επίδομα». Όντας γνώστης του ζητήματος ―επειδή ως Καθηγητής του ΠΚ δικαιούμαι και ελάμβανα το «Ειδικό Επίδομα» και συμμετείχα σε ενέργειες που ακολούθησαν την παράνομη αποκοπή του―, νοιώθω υποχρεωμένος να διευκρινίσω (ως άτομο) ορισμένες πτυχές του ζητήματος, συγκεκριμένα το δικαίωμα στο «Ειδικό Επίδομα». Πρόκειται για ένα δικαίωμα το οποίο ένα από τα παραπάνω δημοσιεύματα υποβαθμίζει μέσω μιας ατυχούς διατύπωσης σε μια απαίτηση για φιλανθρωπική στάση ή ―το χειρότερο― για προνομιακή μεταχείριση. Αναφερόμενο «στον προϋπολογισμό» του ΠΚ, το δημοσίευμα κάνει λόγο για την«κάλυψη ακαδημαϊκών που δικαιούνταν το Ειδικό Επίδομα». Η ατυχής διατύπωση αντανακλά τις παραπλανητικές αντιλήψεις που τείνουν να παγιωθούν.

Παραπλανητική είναι, καταρχήν, η χρήση αορίστου χρόνου («δικαιούνταν») που δημιουργεί τη λανθασμένη εντύπωση ότι νομίμως σήμερα δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα για το «Ειδικό Επίδομα» ή ότι νομίμως δεν αναγνωριζόταν στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 2013 και του 2026. Η υπόνοια αυτή αντιβαίνει στην έγκυρη γνώμη και στη δεσμευτική απόφαση των ολομελειών του Διοικητικού Δικαστηρίου (28.12.2018) και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (10.01.2025), οι οποίες δικαίωσαν 22 Καθηγητές/τριες και Αναπληρωτές/τριες  Καθηγητές/τριες του ΠΚ (εφεξής: οι 22) που προσέφυγαν έγκαιρα στη δικαιοσύνη κατά της αποκοπής. Οι δύο εν λόγω ολομέλειες έκριναν ότι το «Ειδικό Επίδομα» συνιστά ιδιοκτησιακό δικαίωμα/περιουσία των 22 επειδή αυτό συμπεριλαμβάνεται ρητά, ως ουσιώδης όρος διορισμού, στο δεσμευτικό συμβόλαιο εργασίας που λάμβαναν τα μέλη του Πανεπιστημίου Κύπρου με την ανέλιξή τους στις δύο εν λόγω βαθμίδες. Ως εκ τούτου, αποφάσισαν τελεσίδικα να ακυρώσουν ως αντισυνταγματική την αποκοπή του από το ΠΚ. Συνεπώς εκείνο που χαρακτηρίζεται παραπλανητικά στο δημοσίευμα ως «κάλυψη ακαδημαϊκών» δεν είναι η ικανοποίηση διεκδίκησης προνομίων ή, έστω, αγαθοεργία ανθρωπιστικού χαρακτήρα, όπως υπονοεί η ατυχής λέξη «κάλυψη». Είναι συμμόρφωση του Πανεπιστημίου Κύπρου με συνταγματική προσταγή.

Φοβάμαι πως δεν είναι γενικά γνωστό και σαφές ότι κάθε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, όπως το περιουσιακό, είναι διαρκές και συνεχές, και ότι οι όποιοι επιτρεπόμενοι περιορισμοί του ρυθμίζονται ρητά και αναλυτικά από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ας θυμηθούμε τι ορίζει αυτό: ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα μπορεί, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να υποστεί προσωρινή αναστολή ή σοβαρό περιορισμό ως προς την άσκησή του, με αποτέλεσμα η δυνατότητα άσκησής του να διακόπτεται για ορισμένο χρονικό διάστημα και να αποκαθίσταται μετά την παύση των σχετικών συνθηκών. Ειδικότερα, το άρθρο 183 του Συντάγματος ορίζει ότι σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή της Δημοκρατίας ή μέρους αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει Διάταγμα Κήρυξης Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, στο οποίο να προσδιορίζονται ρητά οι συνταγματικές διατάξεις των οποίων η εφαρμογή αναστέλλεται όσο διαρκεί η έκτακτη ανάγκη. Το Σύνταγμα απαριθμεί περιοριστικά τα άρθρα που μπορούν να ανασταλούν και μόνο οι συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 183 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναστολής και μάλιστα εφόσον κατονομαστούν ρητά στο σχετικό διάταγμα. Η αναστολή υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο. Τι συνέβη στην περίπτωση του δικαιώματος στο «Ειδικό Επίδομα»;

Η από το 2013 μέχρι και αυτή τη στιγμή παραβίαση του δικαιώματος στο «Ειδικό Επίδομα» δεν έγινε με απόφαση των αρμοδίων οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά επήλθε μοιραία σαν η «κατάληξη» πολλών και διαφόρων «διαβουλεύσεων» και «παρασκηνιακών ζυμώσεων», με αποκορύφωση την διαγραφή του σχετικού κονδυλίου από τον Προϋπολογισμό για το έτος 2013 του ΠΚ, καταστρατηγώντας το άρθρο 183 του Συντάγματος. Η ακαδημαϊκή κοινότητα του ΠΚ παρέλειψε να εναντιωθεί σύσσωμη στην παρεμπόδιση άσκησης του δικαιώματος στο «Ειδικό Επίδομα». Η αδράνειά της προκλήθηκε λιγότερο από το βαρύ κλίμα των ημερών της οικονομικής κρίσης του 2013 και πολύ περισσότερο από την καταγεγραμμένη θέση και στάση του τότε Πρύτανη του ΠΚ, η οποία παραποίησε το δικαίωμα στο «Ειδικό Επίδομα» σε «θέμα συζήτησης με την Πολιτεία» και διαστρέβλωσε τη δικαιωματική καταβολή του στους νόμιμους δικαιούχους του παρουσιάζοντάς την σαν ένα ζήτημα που είχαν δικαιοδοσία να χειριστούν (μετά από «διαβουλεύσεις») οι «αρμόδιοι λήπτες αποφάσεων». Σε αυταπόδεικτα επιδραστικό κείμενο που κυκλοφόρησε ηλεκτρονικά στην κοινότητα του ΠΚ («Ώρα ευθύνης, ώρα κρίσιμων αποφάσεων», 27.06.2013), το οποίο αποτέλεσε, πιστεύω, τη χαριστική βολή για την παράνομη παρεμπόδιση της άσκησης του δικαιώματος στο «Ειδικό Επίδομα» και προκάλεσε τις νομικές περιπέτειες που ακολούθησαν και συνεχίζονται, ο τότε Πρύτανης του ΠΚ παρομοίασε ατυχώς τους δικαιούχους του «Ειδικού Επιδόματος» με «μία ακόμη συντεχνία που μάχεται για την προστασία των κεκτημένων της». Με τα λόγια του αυτά, ο τότε Πρύτανης στηλίτευσε «προκαταβολικά» τους 22 και έμμεσα τη «Συντεχνία καθηγητών του ΠΚ» (ΣΥΝ.ΚΑ.ΠΑ.Κ.), απαξιώνοντας τα συνταγματικά δικαιώματα ως συντεχνιακά «κεκτημένα» και εκφράζοντας εδραία εχθρική στάση προς κάθε διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους εκ μέρους του ακαδημαϊκού προσωπικού του ΠΚ και προς τη συντεχνιακή ελευθερία του.

Παράλληλα, ο τότε Πρύτανης αποδέχτηκε (συνειδητά ή όχι) ως νομικά θεμιτό το «δίλημμα» που φέρεται να τέθηκε από την Επιτροπή Παιδείας της Βουλής: «είτε το επίδομα θα καταργηθεί ή θα παρέχεται αξιοκρατικά με κριτήρια ακαδημαϊκής επίδοσης» και παρότρυνε την ακαδημαϊκή κοινότητα σε «διεισδυτικό αναστοχασμό», αγνοώντας ή παραβλέποντας ότι το δικαίωμα στο «Ειδικό Επίδομα» που έχουν οι δικαιούχοι του α) προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο αφορά την περιουσία, β) δεν υπόκειται σε κανενός είδους «αναστοχασμό», γ) δεν δύναται να καταργηθεί και δύναται μόνο, με απόφαση (που ουδέποτε λήφθηκε) των αρμοδίων οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, να ανασταλεί προσωρινά. Πράγματι η τελεσίδικη ετυμηγορία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου επισφράγισε ότι το «Ειδικό Επίδομα» αποτελεί ιδιοκτησιακό δικαίωμα/περιουσία, το οποίο δεν εντάσσεται στις εξαιρέσεις που καθορίζονται με ρητό τρόπο στο άρθρο 23 (παράγραφος 6) του Συντάγματος. Το Δικαστήριο απέρριψε κατηγορηματικά όλες τις (κατά καιρούς) περί του αντιθέτου αιτιάσεις και «ενστάσεις» του ΠΚ, όπως και τις ατελέσφορες έως και αστείες επικλήσεις «λόγων δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφελείας» ή «πιεστικής κοινωνικής ανάγκης» για να δικαιολογηθεί η παράνομη αποκοπή. Επιπλέον:

Η κυπριακή συνταγματική τάξη έχει αναπτύξει τη λεγόμενη «θεωρία (ή δόγμα) της ανάγκης» σύμφωνα με την οποία όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν την κανονική εφαρμογή του Συντάγματος πρακτικά αδύνατη, είναι δυνατόν να ληφθούν μέτρα που αποκλίνουν από το συνταγματικό πλαίσιο αυστηρά υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δικαιολογούνται από επιτακτική κρατική ανάγκη και αποσκοπούν στη διατήρηση της συνταγματικής τάξης. Κατά  το συνταγματικό δίκαιο, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις το ιδιοκτησιακό δικαίωμα/περιουσία δεν αναιρείται. Αναστολή της ισχύος συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων ή περιορισμός  θεμελιωδών δικαιωμάτων δύνανται να αποφασιστούν μόνο και πάντα υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να τηρούνται θεμελιώδεις αρχές: η νομιμότητα, η αναγκαιότητα, η αναλογικότητα και ο προσωρινός χαρακτήρας των μέτρων.

Από τα παραπάνω φαίνονται με σαφήνεια τα σαθρά θεμέλια του ισχυρισμού πως το δικαίωμα για το «Ειδικό Επίδομα» περιορίζεται στο έτος 2013 (όταν άρχισε η αποκοπή) και πως και οφείλει να «αποκατασταθεί» μόνο για το έτος αυτό, ενώ «αναστέλλεται» για τα έτη 2014 έως και 2024 για να «επανέλθει» το 2025 με την τελεσίδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός που υποβόσκει στο «δικαιούνταν» του δημοσιεύματος που μας απασχόλησε, απ’ όποια πλευρά και αν προέρχεται και όποια και αν είναι τα κίνητρά του, είναι μη σύννομος.

Εν κατακλείδι, διαπιστώνω ότι το σταύρωμα των «Ειδικών Επιδομάτων» αντικατοπτρίζει την αγαθή πρόθεση της νομοθετικής εξουσίας να αποκαταστήσει το δικαίωμα στο «Ειδικό Επίδομα» των 22 Καθηγητών/τριών και Αναπληρωτών/τριών Καθηγητών/τριών του ΠΚ που δικαιώθηκαν από την απόφαση-παράσημο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η πρόθεση αυτή ακυρώνει την ατυχή διατύπωση του δημοσιεύματος που μας απασχόλησε, αλλά και κάθε «συναφή» διατύπωση η οποία θα αναμείγνυε έντεχνα τα αδιάσειστα τεκμήρια με τη «μυθοπλασία», εκφυλίζοντας τη θεσμική ενημέρωση.

*Καθηγητής Πανεπιστημίου