Πολλές φορές συζητώ με έμπειρους δρομείς. Θέλω να κερδίσω από την εμπειρία τους, να βελτιωθώ, να τρέξω καλύτερα, γρηγορότερα. Υπάρχουν όμως στιγμές που χρειάζεται να επιστρέψεις στα βασικά. Δεν σκέφτεσαι τεχνικές, ρολόγια ή επιδόσεις. Επιστρέφεις στην αναπνοή, στο βήμα, στο πείσμα, στον ρυθμό. Αν χαθείς, δεν προσπαθείς να γίνεις καλύτερος δρομέας. Προσπαθείς να ξαναβρείς τον ρυθμό σου.

Αν χαθεί ο ρυθμός, τίποτα δεν σώζεται με περισσότερη προσπάθεια. Σώζεται μόνο με επιστροφή στα βασικά.

Αυτές τις μέρες διαβάζω Όργουελ: «We have now sunk to a depth at which restatement of the obvious is the first duty of intelligent men.» Υπάρχουν εποχές που η σκέψη δεν χρειάζεται να γίνει πιο σύνθετη. Χρειάζεται να γίνει πιο έντιμη. Να επιστρέψει στα αυτονόητα – όχι επειδή είναι απλά, αλλά επειδή έχουν εγκαταλειφθεί.

Ζούμε ακριβώς σε μια τέτοια εποχή. Δεν μας λείπουν οι αναλύσεις, ούτε τα μεγάλα λόγια, ούτε οι φιλόδοξες εξαγγελίες. Μας λείπει το θάρρος να πούμε τα βασικά – και να τα απαιτήσουμε χωρίς περιστροφές. Άραγε χρειαζόμαστε restart, reboot ή refresh; Ρωτώ και απαντώ μόνος μου, τρέχοντας έξω από ένα κατάστημα τεχνολογίας με neon βιτρίνα.

Δεν χρειάζεται restart. Το restart είναι ένα βολικό αφήγημα: διαγράφει ευθύνες, μηδενίζει μνήμες, βαφτίζει την αποτυχία «νέα αρχή». Δεν χρειάζεται ούτε reboot. Το reboot υπόσχεται τεχνική επανεκκίνηση, χωρίς να αγγίζει τις βαθιές παθογένειες του συστήματος.Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα επίμονο, ανυποχώρητο refresh: να καθαρίσουμε την οθόνη, όχι να αλλάξουμε υπολογιστή. Να παρέμβουμε στο παρόν, χωρίς να διαγράψουμε το πριν ή να προσποιούμαστε ότι δεν υπήρξε.

Ξεκινώντας από τα βασικά μιας δημοκρατίας, τους Θεσμούς:

Θέλουμε Δικαιοσύνη άμεμπτη.

Ανεξάρτητη – αλλά όχι ανεξέλεγκτη. Υπόλογη στον πολίτη.

Χωρίς ιερές αγελάδες, χωρίς σκιές προστασίας.

Δικαιοσύνη που εξηγεί και αιτιολογεί με πληρότητα.

Που διακρίνει την ουσία από τον τύπο, ακόμη κι όταν ο τύπος βολεύει.

Με αποφάσεις έγκαιρες.

Γιατί η καθυστέρηση δεν είναι ουδετερότητα – είναι θέση.

Και στο τέλος της ημέρας, Δικαιοσύνη που δεν λογοδοτεί, συνηθίζει την εξουσία.

Και Δικαιοσύνη που αργεί, συνηθίζει την αδικία.

Θέλουμε Εισαγγελία αδιάφθορη.

Που να μη ζυγίζει πρόσωπα και συγκυρίες.

Που να παρεμβαίνει όπως και όταν πρέπει – όχι όπως και όταν επιλέγει.

Γιατί εδώ ο ρυθμός είναι αξιοπιστία.

Θέλουμε Κυβέρνηση αποτελεσματική.

Όχι να διαχειρίζεται εντυπώσεις, αλλά πραγματικότητες.

Να μετριέται στο αποτέλεσμα και όχι στην πρόθεση.

Γιατί όταν χάνεται ο ρυθμός, η πολιτική γίνεται καθυστέρηση ντυμένη με λόγια.

Θέλουμε Βουλή ικανή.

Που να μη λειτουργεί ως μηχανισμός επικύρωσης, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης ιδεών.

Γιατί χωρίς ρυθμό σύγκρουσης, η δημοκρατία γίνεται σιωπή με πλειοψηφία.

Και, τελικά, θέλουμε μια Κοινωνία ξύπνια.

Που να μην εξαντλείται στην αγανάκτηση της στιγμής.

Που να μην θυμώνει επιλεκτικά και να ξεχνά βολικά.

Γιατί ο δικός της ρυθμός είναι η μνήμη και η πράξη.

Εδώ βρίσκεται και η πιο άβολη αλήθεια:Το σύστημα δεν είναι μόνο «εκείνοι». Είναι και το σύνολο των μικρών ανοχών και ενοχών μας. Κάθε φορά που χαμηλώνουμε τον πήχη για να βολευτούμε, κάθε φορά που αποδεχόμαστε το «έτσι είναι», χάνουμε λίγο ακόμη τον ρυθμό.Και χωρίς ρυθμό, όλα μοιάζουν να κινούνται – αλλά τίποτα δεν προχωρά.

Το refresh, λοιπόν, δεν είναι μόνο πολιτική πράξη. Είναι υπαρξιακή πειθαρχία. Σημαίνει να λες τα αυτονόητα ακόμη κι όταν γελοιοποιούνται. Σημαίνει να τα απαιτείς ακόμη κι όταν φαίνονται «ουτοπικά». Σημαίνει να μην αφήνεις τη γλώσσα να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Γιατί όταν το αυτονόητο παύει να λέγεται, το παράλογο γίνεται κανονικότητα.

Και ο Orwell παύει να είναι λογοτεχνία – γίνεται καθρέφτης. Το refresh δεν υπόσχεται θαύματα. Υπόσχεται επαναφορά. Στο τρέξιμο, ο ρυθμός δεν επιβάλλεται. Επανέρχεται.

Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο πολιτικό πράγμα που μας έχει απομείνει: να συνεχίσουμε -με καθαρό βλέμμα και σταθερό βήμα- μέχρι τα αυτονόητα να πάψουν να ακούγονται ως διεκδίκηση και να ξαναγίνουν αυτό που ήταν πάντα:

ο φυσικός μας ρυθμός.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου