Η δεοντολογία είναι κλάδος της ηθικής φιλοσοφίας, που καθορίζει το σωστό και το λάθος με βάση καθορισμένα καθήκοντα και υποχρεώσεις του ατόμου ή της ομάδας. Η ορθότητα δηλαδή μιας πράξης, ενέργειας ή απόφασης πρέπει να ακολουθεί κανόνες και αρχές, που είναι καθορισμένες, αλλά όχι διατυπωμένες ή νομοθετημένες. Οι σχέση μεταξύ ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα και στόχους πολλές φορές καθορίζονται με ένα συμφωνημένο κώδικα δεοντολογίας, που αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και τις ενέργειες της κάθε ομάδας. Τέτοιες είναι ο κώδικας δεοντολογίας εργασιακών σχέσεων.

Αφορμή για τις πιο πάνω σκέψεις μου έδωσαν οι αποφάσεις και οι ενέργειες κάποιων συνδικαλιστικών οργανώσεων για θέματα, για τα οποία δεν υπάρχει συμφωνημένος κώδικας δεοντολογίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, αλλά υπάρχει μόνο η άγραφη ηθική δεοντολογία και λογική, με βάση την οποία πρέπει να καθορίζεται η συμπεριφορά και οι αποφάσεις.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις με κομματική στήριξη και πολιτική επίδραση έγιναν παντοδύναμες. Παραμέρισαν τη συνδικαλιστική δεοντολογία και αντί διεκδικήσεων και υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μελών τους, αναζητούν λόγο  και ρόλο στις αποφάσεις του εργοδότη. Και δυστυχώς, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, κανένας δεν τολμά να τους αντιμιλήσει.

Δεν μπορούν οι συντεχνίες να απαιτούν από τον εργοδότη να προσλάβει ή να μην προσλάβει υπαλλήλους, εκτός αν καταπατεί τα δικαιώματα των ήδη εργαζομένων. Μπορούν να έχουν ισχυρές απόψεις, θεωρώντας ότι υπερασπίζονται τα δικαιώματα τους. Μπορούν να υποδεικνύουν στο κοινόν, ότι οι ενέργειες της εργοδοσίας τους και της κυβέρνησης είναι αντίθετες με το δημόσιο συμφέρον. Μπορούν να καλούν τις οργανώσεις και το λαό να διαμαρτυρηθεί και να απαιτεί αλλαγή πολιτικής. Δεν έχουν όμως δικαίωμα να επιβάλλουν τη θέση τους στον εργοδότη.

Παραδείγματα τέτοιων αντιδεοντολογικών απόψεων και αποφάσεων είναι η απαίτηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών να καθορίζουν και τις λεπτομέρειες του σχεδίου αξιολόγησής τους και να απαιτούν την απόρριψή του όταν ο εργοδότης δεν αποδέχεται το σύνολο των διαφωνιών τους. Άλλο παράδειγμα είναι η απαίτηση των γιατρών του ΟΚΥΠΥ να έχουν την τελική άποψη για αποφάσεις του εργοδότη τους. Με τον τρόπο αυτό εμποδίζουν για παράδειγμα την δημιουργία πανεπιστημιακών κλινικών, επειδή υπάρχουν πρόνοιες στην συμφωνία με τις οποίες διαφωνούν. Παρόμοια στάση έχουν τηρήσει παλαιότερα και συντεχνίες ημικρατικών οργανισμών.

Κύριο γνώρισμα αυτών συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι ότι ο εργοδότης είναι ο δημόσιος ή ημικρατικός τομέας. Και το όπλο των συντεχνιών είναι ο αριθμός των μελών τους που είναι ψηφοφόροι. Το όπλο αυτό σε προεκλογικές περιόδους γίνεται παντοδύναμο. Η κυβέρνηση αδυνατεί να προβάλει ένταση ή να απορρίψει αιτήματα. ‘Η τουλάχιστον παραμελεί να λάβει αποφάσεις που θα επηρεάσουν ψηφοφόρους εναντίον της. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με την Βουλή των Αντιπροσώπων, όταν μια απόφαση χρειάζεται νομοθετική ή κανονιστική έγκριση από τη Βουλή.

Κλασικό παράδειγμα το πρόβλημα με την έλλειψη νοσηλευτών. Το υπουργείο υγείας κατήρτισε σχέδιο για εργοδότηση αλλοδαπών νοσηλευτών, αλλά με κάποιους περιορισμούς. Αυτό όμως χρειάζεται αλλαγή της νομοθεσίας. ΟΙ συντεχνίες των νοσηλευτών απαιτούν να μην γίνει τροποποίηση του νόμου και να μην γίνουν οι προσλήψεις που αποφάσισε ο εργοδότης. Η Βουλή αποφάσισε να μη συζητήσει το νομοσχέδιο, αλλά να το αφήσει μετά τις εκλογές, για λόγους ψηφοθηρικούς. Τα νοσηλευτήρια όμως κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς νοσηλευτές. Αλλά ο συντεχνιακός αναρχοσυνδικαλισμός θα γίνεται πιο απαιτητικός, αφού όλοι τον φοβούνται. Οι συντεχνίες των νοσηλευτών μπορούσαν να ζητήσουν, ακόμα και εκβιαστικά, αύξηση των μισθών και συλλογικές συμβάσεις από τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια. Δεν το έπραξαν όμως. Προτίμησαν να επιβάλουν αντιδεοντολικά τις απαγόρευση εργοδότησης αλλοδαπών.

Η δεοντολογία καθορίζει ότι ο εργοδότης αποφασίζει για τις προσλήψεις, οι συντεχνίες έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να υπερασπιστούν τα εργασιακά δικαιώματα των μελών τους. Αντί τούτου θέλουν να επιβάλουν την άποψή τους, ξέροντας ότι η Βουλή δεν θα τους αγνοήσει. Και η Βουλή θα αγνοήσει την δεοντολογία, που καθορίζει ότι πρέπει να ψηφίσει την αλλαγή, αν δικαιολογημένα το υπουργείο υπέβαλε το νομοσχέδιο για την αλλαγή. Τούτο είναι ολοφάνερο. Για τούτο η Βουλή προτιμά να «ρίξει την μπάλα έξω» για να αποφύγει να πάρει απόφαση με βάση τη δεοντολογία.

Με τούτο και με κείνο φτάσαμε σήμερα στο σημείο ο συνδικαλισμός να επιβάλλεται και στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία. Μόνη λύση να θεσπιστεί ένας κώδικας δεοντολογίας για τα δικαιώματα των εργοδοτών και των εργοδοτουμένων για να τον ακολουθούν και να τον σέβονται όλοι. Και μια επιτροπή δικαστικών, που να κρίνει αν παραβιάζεται αυτός ο κώδικας σε περιπτώσεις αδιεξόδων.