Υπάρχουν στιγμές που εύχεσαι να μην είναι αλήθεια. Όχι γιατί δεν πιστεύεις. Αλλά γιατί αν είναι, κάτι μέσα σου δεν επιστρέφει ποτέ πίσω. Αυτές τις μέρες στην Κύπρο δεν συζητάμε απλώς μια υπόθεση. Στεκόμαστε απέναντι σε κάτι πιο ασταθές: την αμφιβολία. Τίποτα δεν έχει αποδειχθεί. Γίνεται έλεγχος. Εξετάζεται η αυθεντικότητα. Ζυγίζονται τα δεδομένα. Και αυτό είναι σωστό. Έτσι πρέπει να λειτουργούν τα πράγματα. Αλλά η ουσία δεν είναι μόνο τι θα αποδειχθεί. Είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι ποιος μπορεί να μας πει με βεβαιότητα τι είναι αλήθεια.

Ως άνθρωπο, με θλίβει το ενδεχόμενο να είναι αλήθεια όλα αυτά. Ως πολίτη, με τρομάζει περισσότερο η ενδεχόμενη συγκάλυψη. Και κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο, υπάρχει κάτι τρίτο. Ότι κάποιοι -αρκετοί- ήξεραν. Ή υποψιάζονταν. Και σώπαιναν. Και το δύσκολο να παραδεχτείς: ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακία. Καταλαβαίνω πώς μπορεί να ένιωσαν.

Είναι η αμφιβολία – «κι αν δεν είναι έτσι;»

Είναι ο φόβος – «κι αν εκτεθώ;»

Είναι το κόστος – επαγγελματικό, προσωπικό, δημόσιο.

Κι ας δεν ήταν “η μέση κοινωνία”. Ήταν άτομα που κανονικά δεν πρέπει να σωπαίνουν εύκολα. Νομικοί. Δημοσιογράφοι. Θεσμικοί ρόλοι που υπάρχουν ακριβώς για τις δύσκολες στιγμές. Άλλοι δίστασαν. Άλλοι φοβήθηκαν. Και κάποιοι, ίσως, βολεύτηκαν.Αυτό όμως δεν είναι το πιο επικίνδυνο. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι το δεχόμαστε σχεδόν ως φυσιολογικό. Γιατί, σε ένα βαθμό, είναι.

Οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να σηκώνουν συνεχώς το βάρος της σύγκρουσης. Κοιτάζουν από την άλλη. Προστατεύονται. Συνεχίζουν. Και γι’ αυτό υπάρχουν οι Θεσμοί. Για να λειτουργούν όταν εμείς δεν μπορούμε. Για να αντέχουν εκεί που εμείς λυγίζουμε. Για να καλύπτουν το κενό που αφήνει η ανθρώπινη αδυναμία.

Αυτό είναι το συμβόλαιο.Δεν απαιτούμε από τον πολίτη να είναι ήρωας. Απαιτούμε από τους Θεσμούς να μην αποτυγχάνουν. Σήμερα όμως, αυτό το συμβόλαιο έχει ραγίσει. Όχι επειδή αποδείχθηκε κάτι. Αλλά επειδή δεν εμπιστευόμαστε πια ποιος θα το αποδείξει. Όταν χρειάζεται “ανεξάρτητος” για να ερευνήσει, όταν η αμφιβολία απλώνεται πιο γρήγορα από τη βεβαιότητα, όταν η κοινωνία παρακολουθεί χωρίς να ξέρει πού να στηριχθεί, τότε το πρόβλημα δεν είναι η υπόθεση.

Είναι το σύστημα.Και τότε ο κύκλος γίνεται επικίνδυνος.Οι πολίτες σωπαίνουν γιατί δεν εμπιστεύονται. Οι Θεσμοί αποδυναμώνονται γιατί οι πολίτες αποσύρονται. Και στο ενδιάμεσο, η αλήθεια -όποια κι αν είναι- καθυστερεί να σταθεί όρθια. Κάπου εδώ έρχεται η εύκολη σκέψη. Ένα σοκ. Μια ρήξη. Να αλλάξουν όλα από την αρχή.

Αλλά η δημοκρατία δεν διορθώνεται με εκρήξεις. Και σπάνια βγαίνει πιο δυνατή από αυτές.

Η απογοητευμένη οργή μπορεί να καθαρίσει, αλλά μπορεί και να παρασύρει. Και πολύ συχνά ανοίγει τον δρόμο όχι σε καλύτερους Θεσμούς, αλλά σε πιο θορυβώδεις, πιο απλούς, πιο επικίνδυνους. Δεν είναι λύση να αντικαταστήσεις την έλλειψη εμπιστοσύνης με θυμό. Ούτε να περιμένεις ότι «νέα πρόσωπα» αρκούν, αν το πλαίσιο μένει ίδιο. Η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει με μια κίνηση. Χτίζεται αργά. Με συνέπεια. Με πράξεις που επαναλαμβάνονται.

Με Θεσμούς που αντέχουν τον έλεγχο. Με διαδικασίες που δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας. Με ευθύνη που δεν μετατίθεται. Και με πολίτες που δεν αποσύρονται κάθε φορά που τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Όχι για να γίνουν ήρωες. Αλλά για να μην γίνουν θεατές. Μια φράση στο ποίημα «I saw God on the train» του Lucas Jones λέει:

 «If God wrote the book, why are you holding the pen?» Αν το βιβλίο το έγραψε κάποιος άλλος, γιατί κρατάς εσύ την πένα;Ίσως γιατί, τελικά, δεν είναι ποτέ μόνο κάποιος άλλος.Ίσως γιατί το σύστημα δεν είναι κάτι έξω από εμάς. Είναι αυτό που ανεχόμαστε. Είναι αυτό που αφήνουμε να λειτουργεί – ή να μην λειτουργεί. Και ίσως το πιο δύσκολο δεν είναι να βρούμε την αλήθεια. Αλλά να αντέξουμε τι σημαίνει για εμάς, όταν δεν μπορούμε πια να κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου