Η 24η Απριλίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Σηματοδοτεί μια αρχή. Και μια προειδοποίηση. Το 1915, στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αρμένιοι διανοούμενοι και κοινοτικοί ηγέτες συνελήφθησαν στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν η εναρκτήρια πράξη. Εκείνο που ακολούθησε ήταν η Γενοκτονία των Αρμενίων: μια συστηματική εκστρατεία εκτοπίσεων, πορειών θανάτου, λιμοκτονίας και μαζικών σφαγών, που αφάνισε την αρμενική παρουσία σε μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας και συνέτριψε έναν ολόκληρο λαό.

Για δεκαετίες, ο κόσμος πάσχιζε να ονομάσει αυτό που είχε συμβεί.

Ο Ραφαήλ Λέμκιν, (Raphael Lemkin) ο νομικός που αργότερα θα επινοούσε τον όρο «γενοκτονία», επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την αρμενική περίπτωση. Έθεσε ένα απλό αλλά συγκλονιστικό ερώτημα: γιατί η δολοφονία ενός ατόμου είναι έγκλημα, ενώ η εξόντωση ενός έθνους να μην είναι; Το προηγούμενο που δημιούργησε αρμενική γενοκτονία  δεν πέρασε απαρατήρητο.

Στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ ο ναζιστικός μηχανισμός προετοίμαζε την επίθεση κατά της Πολωνίας, ο Αδόλφος Χίτλερ φέρεται να διερωτήθηκε μπροστά στους επιτελείς του: «Ποίος μιλά σήμερα για την εξόντωση των Αρμενίων;» Ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας τοποθέτησης που αποδείχθηκε διαχρονική: ότι ο κόσμος ξεχνά. Η λήθη καθιστά δυνατή την επανάληψη.

Η απάντηση στο ερώτημα του Λέμκιν, μετά την καταστροφή του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος, ήταν η γέννηση μιας νέας νομικής και ηθικής κατηγορίας – της γενοκτονίας – και η υπόσχεση που τη συνόδευσε: Ποτέ ξανά.

Από τότε, αυτή η υπόσχεση σφράγισε τον διεθνή λόγο. Δοκιμάστηκε όμως επανειλημμένα και πολύ συχνά αποδείχθηκε ανεπαρκής.

Μετά το Ολοκαύτωμα ακολούθησαν η Καμπότζη, η Ρουάντα, η Σρεμπρένιτσα, το Νταρφούρ και, πιο πρόσφατα, η γενοκτονία των Γιαζίντι στο Ιράκ και η γενοκτονική εκστρατεία κατά των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ – καθώς και, ευρύτερα, σύγχρονες συγκρούσεις όπου οι καταγγελίες για μαζικές θηριωδίες και εγκλήματα κατά αμάχων παραμένουν αντικείμενο έντονης διεθνούς διαφωνίας και διαφορετικών ερμηνειών.

Διαφορετικά συμφραζόμενα. Διαφορετικοί δράστες. Μια επαναλαμβανόμενη λογική.

Η γενοκτονία δεν είναι αυθόρμητο γεγονός. Είναι το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας. Αρχίζει με τη γλώσσα – τη ρητορική του μίσους, την προπαγάνδα, την απανθρωποποίηση μιας στοχοποιημένης ομάδας, την κανονικοποίηση του αποκλεισμού, τον επαναπροσδιορισμό των θυμάτων ως απειλής. Όταν αρχίζει η βία, οι ηθικοί και οι ψυχολογικοί φραγμοί έχουν ήδη αποσυναρμολογηθεί. Το μοτίβο είναι γνωστό: πόλεμος ή κρίση. Απανθρωποποίηση. Οργάνωση. Εκτέλεση. Σιωπή -ή αδιαφορία – πέρα από όσους εμπλέκονται άμεσα.

Ημέρα προειδοποίησης

Το «ποτέ ξανά» κατέληξε να είναι περισσότερο προσδοκία παρά εγγύηση.

Γι’ αυτό η 24η Απριλίου έχει σημασία. Όχι μόνο ως μνήμη, αλλά και ως προειδοποίηση για όσα ακολουθούν όταν τα πρώιμα αλλά σημαντικά σημάδια  αγνοούνται.

Η άρνηση έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε αυτή την ιστορία. Δεν σβήνει το παρελθόν. Παραμορφώνει το παρόν. Θέτει σε κίνδυνο το μέλλον. Δυσχεραίνει τη συμφιλίωση. Μειώνει τα αναχώματα έναντι της επανάληψης. Η άρνηση δεν είναι ουδέτερη. Έχει συνέπειες. Όταν η αλήθεια αμφισβητείται, η λογοδοσία καθίσταται δυσχερής. Και όταν η λογοδοσία απουσιάζει, το προηγούμενο παγιώνεται.

Στη διπλωματία, κανείς μαθαίνει από νωρίς ότι η μνήμη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Ταξιδεύει με ανθρώπους, με κράτη, με αποφάσεις.

Αυτό το συνειδητοποίησα στις 18 Μαρτίου 1992 στη Μόσχα – και πολλές άλλες στιγμές πριν και μετά. Ως Επιτετραμμένος α.ι. της Κύπρου, υπέγραψα μαζί με τον τότε Υφυπουργό Εξωτερικών της Αρμενίας, τον αείμνηστο Αρμάν Κιρακοσιάν, το Πρωτόκολλο Εγκαθίδρυσης Διπλωματικών Σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας.

Ήταν μια τυπική διπλωματική πράξη. Ήταν όμως και κάτι πολύ περισσότερο. Η Αρμενία είχε μόλις αναδυθεί ως ανεξάρτητο κράτος (21 Σεπτεμβρίου 1991)  λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ενώ η μνήμη του 1915 δεν ήταν μακρινή ιστορία. Ήταν παρούσα  σιωπηλή, αξιοπρεπής, αλλά αδιαμφισβήτητη. Διαμόρφωνε ταυτότητα. Μεταφερόταν στη διπλωματία.

Αργότερα γνώρισα καλά τον Αρμάν ως συνάδελφο στο Λονδίνο. Ιστορικός στην παιδεία, ήρεμη φυσιογνωμία – σωματικά επιβλητικός, αλλά μετρημένος στον τρόπο – ενσάρκωνε τη σιωπηλή αντοχή της αρμενικής διπλωματικής υπηρεσίας.

Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει τότε — και παραμένει μαζί μου έως σήμερα — ήταν η απουσία πικρίας, αλλά η παρουσία διαύγειας. Η αίσθηση ότι η ιστορία δεν μπορεί να ανατραπεί, αλλά δεν επιτρέπεται να λησμονηθεί. Αυτή η διάκριση έχει σημασία.

Για τα κράτη, η μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν διαμορφώνει τη συμπεριφορά τους.

Η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να οικοδομήσει μηχανισμούς αποτροπής της επανεμφάνισης της γενοκτονίας: συμβάσεις, δικαστήρια, δόγματα ευθύνης. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν επαρκούν όμως όταν δεν εφαρμόζονται με συνέπεια.

Το δίδαγμα της Αρμενικής Γενοκτονίας δεν είναι ότι ο κόσμος δεν γνώριζε. Γνώριζε. Είναι ότι απέτυχε να δράσει εγκαίρως – και αργότερα απέτυχε να συμφωνήσει πώς πρέπει να θυμάται το γεγονός της πρώτης οργανωμένης κρατικής γενοκτονίας ενός υπόδουλου λαού.   

Το δίδαγμα του Ολοκαυτώματος δεν είναι μόνο ότι το κακό μπορεί να λάβει βιομηχανική κλίμακα. Είναι ότι η αναγνώριση και η λογοδοσία πρέπει να είναι οργανικά και αδιαπραγμάτευτα στοιχεία της διεθνούς τάξης – όχι απλά  προαιρετικές επιλογές.

Οι γενοκτονίες που ακολούθησαν – σε διαφορετικές περιοχές και διαφορετικές δεκαετίες – επιβεβαιώνουν το ίδιο μοτίβο: γνώση χωρίς έγκαιρη δράση. Μνήμη χωρίς σταθερή συνέπεια – ή, ακόμη χειρότερα, αμνησία.

Όλες μαζί συγκροτούν το θεμέλιο – αλλά και την ανολοκλήρωτη δοκιμασία – αυτού που ονομάζουμε μεταπολεμική ηθική και νομική τάξη. Σήμερα, αυτή η τάξη υφίσταται έντονη πίεση. Και μαζί της υποχωρούν και οι αναστολές που υποτίθεται πως είχαν σχεδιαστεί για να αποτρέπουν την επανάληψη τέτοιων εγκλημάτων. Η προειδοποίηση του 1915 γίνεται έτσι όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο επίκαιρη.

Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται. Οι κανόνες επικαλούνται επιλεκτικά. Η γλώσσα αμφισβητείται. Τα γεγονότα πολιτικοποιούνται. Η απόσταση μεταξύ αρχής και πράξης διευρύνεται. Το ανώμαλο γίνεται κανονικό.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο πειρασμός είναι να αντιμετωπίζεται η μνήμη ως τελετουργική υποχρέωση – αποκομμένη από την πολιτική, υποδεέστερη του συμφέροντος. Αυτό θα ήταν λάθος. Η μνήμη δεν υποκαθιστά τη στρατηγική. Αλλά ούτε είναι άσχετη προς αυτήν. Διαμορφώνει νομιμοποίηση, επηρεάζει συμμαχίες και ορίζει κόκκινες γραμμές – πότε επιλέγουμε να τις τηρήσουμε και πότε όχι.

Η 24η Απριλίου δεν αφορά μόνο τη μνήμη. Αφορά την αναγνώριση – των μοτίβων, των προειδοποιητικών σημαδιών, και των συνεπειών της καθυστέρησης: της αποτυχίας να ενεργήσει κανείς όταν τα πρώιμα σήματα εμφανίζονται, επιτρέποντας στις συνθήκες να σκληρύνουν και στους κινδύνους να κλιμακωθούν.

Η Αρμενική Γενοκτονία δεν ήταν μια μεμονωμένη τραγωδία. Ήταν προηγούμενο. Και ακολούθησαν κι άλλα – όχι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται μηχανικά, αλλά επειδή οι συνθήκες που καθιστούν δυνατά τέτοια εγκλήματα εξακολουθούν να επιβιώνουν.

Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Μέχρι να γίνει η βία ορατή, η αποφασιστική στιγμή έχει συχνά ήδη χαθεί. Ο δισταγμός έχει συνέπειες.

Για τα κράτη το δίδαγμα δεν είναι αφηρημένο. Είναι στρατηγικό. Η μνήμη οφείλει να φωτίζει την κρίση. Η σαφήνεια οφείλει να καθοδηγεί την πράξη. Η σιωπή – είτε από αδιαφορία είτε από υπολογισμό – ενέχει κίνδυνο.

Η 24η του Απρίλη δεν αφορά μόνο την επαναφορά της ιστορίας στο προσκήνιο. Αφορά την κατανόησή της. Δεν αφορά την απόδοση κληρονομικής ενοχής στις επόμενες γενιές, αλλά την αναγνώριση κρατικής και ιστορικής ευθύνης – και της ανάγκης για αλήθεια και λογοδοσία, ώστε να αποτρέπεται η επανάληψη. Εκεί όπου απουσιάζει η αναγνώριση, επιμένει η άρνηση – και μαζί της επιμένει και ο κίνδυνος της επανάληψης.

Το «Ποτέ ξανά» δεν είναι επίλογος. Είναι ευθύνη. Μια ευθύνη που πρέπει να ασκείται πριν ολοκληρωθεί το μοτίβο. Όχι μετά.

*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.