Το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών διαμορφώνει νέα δεδομένα για την επερχόμενη αναμέτρηση των προεδρικών και ενισχύει το ρόλο που θα διαδραματίσουν οι στρατηγικές συμμαχίες του Α’ γύρου.

Η προεκλογική περίοδος των πρόσφατων εκλογών ανέπτυξε σημαντική δυναμική στην τελική της φάση. Δυναμική, της οποίας τα αποτελέσματα αποτυπώθηκαν στη διαφοροποίηση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος από τις τάσεις που έδειχναν οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις. Θα πρέπει ασφαλώς να ληφθεί υπόψη και η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων κατά την τελευταία εβδομάδα, που ισχύει στην Κύπρο, και η οποία χωρίς αμφιβολία εμποδίζει την αποτύπωση των τάσεων που αναπτύσσονται στο εκλογικό σώμα την τελευταία στιγμή. Ωστόσο, από την τελική έκβαση της δυναμικής της προεκλογικής περιόδου είναι προφανές ότι ωφελήθηκαν τα παραδοσιακά κόμματα εις βάρος των νεοπαγών.

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν επέφερε συγκεντροποίηση της ψήφου. Αντίθετα, επαναλήφθηκε το ιδιαίτερα αρνητικό -για την αντιπροσωπευτικότητα του κομματικού συστήματος- γεγονός που είχε παρατηρηθεί και στις προηγούμενες βουλευτικές του 2021: το 17% του εκλογικού σώματος(15% το 2021), δηλαδή 1 στους 6 εκλογείς (62.621) έμειναν τελικά χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά, που έχει άμεσες επιπτώσεις στον κομματικό συσχετισμό, ενόψει προεδρικών εκλογών. Και αυτή είναι η διατήρηση του ποσοστού του δικομματισμού (51%) στα επίπεδα που προϋπήρχαν (50,1% στις Β2021), σε αντίθεση με τη συνεχιζόμενη καθίζηση του ενδιάμεσου χώρου του τετρακομματικού συστήματος (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ)· κυρίως λόγω της εκλογικής κατάρρευσης της ΕΔΕΚ, αλλά και των περιορισμένων απωλειών του ΔΗΚΟ, σε ψήφους (-3.171), σε ποσοστό (-1,4%) και σε έδρες (-1).

Στην ίδια κατεύθυνση δείχνει και η συμπεριφορά των προηγούμενων ψηφοφόρων των κομμάτων (στις Β2021), που κατέγραψε η δημοσκόπηση εξόδου του ΡΙΚ (Διάγραμμα 1). Σύμφωνα με αυτήν, η τελική συσπείρωση που πέτυχε το ΑΚΕΛ υπήρξε η μεγαλύτερη που παρατηρήθηκε και ανήλθε στο 82,4% των ψηφοφόρων του 2021. Αρκετά υψηλότερη δηλαδή από την εκείνη που κατέγραψε η τελευταία προεκλογική έρευνα του ΡΙΚ. Ομοίως, η αντίστοιχη συσπείρωση του ΔΗΣΥ έφθασε το 74%. Αυτή η ενισχυμένη εκλογική θέση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων -που δεν ήταν διόλου δεδομένη στην αρχή της μακράς προεκλογικής περιόδου- αυξάνει σημαντικά το ρόλο τους στην επερχόμενη προεδρική εκλογή.

Από την άλλη πλευρά, η συσπείρωση του ΔΗΚΟ προσέγγισε μόνον το 65,1% (η χαμηλότερη μεταξύ των παραδοσιακών κοινοβουλευτικών κομμάτων) και του ΕΛΑΜ, που εμφάνισε κατά την τελευταία φάση της προεκλογικής περιόδου αποσυσπείρωση, το 71,4%. Επιπλέον, η  αδυναμία συσπείρωσης που επέδειξαν τα τρία μικρότερα κόμματα της απελθούσας Βουλής: ΕΔΕΚ, 52,8%, ΔΗΠΑ, 56,6%, Οικολόγοι, 41,3% είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν εκτός. Είναι προφανές, ότι -παρά τη μετεκλογική κινητικότητα που παρατηρείται- η εκλογική τους συρρίκνωση περιορίζει αισθητά τον όποιο ρόλο θα μπορούσαν να έχουν στις επερχόμενες προεδρικές και, ταυτόχρονα, «απελευθερώνει» ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο του εκλογικού σώματος.

Ποια δυναμική, όμως, κατέγραψε το εκλογικό αποτέλεσμα αναφορικά με την κοινωνική επιρροή των πολιτικών κομμάτων; Το φύλο και η ηλικία των ψηφοφόρων προσφέρονται για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.

Το φύλο και η ψήφος

Με βάση το φύλο των εκλογέων, ο ΔΗΣΥ κατέγραψε στις πρόσφατες εκλογές μια ισόρροπη κοινωνική επιρροή, τόσο στους άνδρες, 26,5%, όσο και στις γυναίκες, 27,9%, εξασφαλίζοντας στις δεύτερες ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό (+1,4%). Από την πλευρά του, το ΑΚΕΛ  κατέγραψε στις γυναίκες ποσοστό σημαντικά υψηλότερο, 26,7%, έναντι 21,5% στους άνδρες (διαφορά 5,2% υπέρ των γυναικών, Διάγραμμα 2).  

Μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που έλαβαν μέρος στις πρόσφατες εκλογές, την πλέον ανδροκρατική ψήφο, εμφανίζει το ΕΛΑΜ με ποσοστό στους άνδρες 13,2% και στις γυναίκες μόνον 8,5% («ψαλίδα» ανδρικής/γυναικείας ψήφου 4,7%), καθώς και οι Κυνηγοί, οι οποίοι κατέγραψαν στους άνδρες ποσοστό 2.5 φορές υψηλότερο έναντι των γυναικών, 4,5% και 1,8% αντίστοιχα («ψαλίδα» ανδρικής/γυναικείας ψήφου 2,7%).

Από τα υπόλοιπα κόμματα, ελαφρά υπεροχή στην ανδρική ψήφο κατέγραψαν το ΑΛΜΑ και η ΕΔΕΚ, ενώ ελαφρά υπεροχή στην γυναικεία ψήφο το ΔΗΚΟ, το Βολτ και οι Οικολόγοι.

Ψήφος και ηλικία

Και με βάση την ηλικιακή κατανομή ο ΔΗΣΥ εμφανίζει -μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων- περισσότερο ισόρροπη (οριζόντια) κατανομή, χωρίς να υστερεί σημαντικά σε κάποιο ηλικιακό cluster (Διάγραμμα 3).  Ωστόσο, το υψηλότερο ποσοστό του, 32%, παραμένει μεταξύ των πιο ηλικιωμένων πολιτών, 65 ετών και άνω.

Σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες των ανδρών, ο ΔΗΣΥ προηγείται του ΑΚΕΛ, με εξαίρεση την κατηγορία 55-64 ετών, όπου υστερεί. Η εικόνα διαφοροποιείται αναφορικά με τις ηλικιακές κατηγορίες των γυναικών. Το ΑΚΕΛ προηγείται του ΔΗΣΥ σε 4 από τις 6 γυναικείες ηλικιακές κατηγορίες. Σύμφωνα με τα αναλυτικότερα στοιχεία της δημοσκόπησης εξόδου, εξαίρεση αποτελούν οι γυναίκες ηλικίας 35-44 ετών και 45-54 ετών, στις οποίες ο ΔΗΣΥ εξασφάλισε σημαντικό προβάδισμα, 6,1% και 6,8% αντίστοιχα (έλαβε στην κατηγορία 35-44, 29,8% και στην κατηγορία 45-54, 31,6%, έναντι 23,5% και 24,8% του ΑΚΕΛ). Το γεγονός αυτό συνδέεται, ενδεχομένως, με την ύπαρξη γυναικείας παρουσίας στην ηγεσία του κόμματος και του κοινοβουλίου. Λιγότερο ισόρροπη εμφανίζεται η κατανομή επιρροής του ΑΚΕΛ, με σχετική υστέρηση στους νέους 18-24 ετών, 20,7%, και υψηλότερα του μέσου όρου ποσοστά, στις ηλικιακές κατηγορίες 55-64, 26,1% και 65+, 27,7% (Διάγραμμα 3).  

Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κόμματα (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ), τα νεοπαγή κόμματα, τόσο το ΕΛΑΜ, όσο και η Άμεση Δημοκρατία καταγράφουν δημογραφική δυναμική, συγκεντρώνοντας στις νεότερες ηλικιακές ομάδες του εκλογικού σώματος, τα υψηλότερα ποσοστά τους: Το ΕΛΑΜ 17,7% στους νέους 18-24 ετών και 13% στην κατηγορία 25-34%, ενώ η Άμεση Δημοκρατία 10,7% και 9,4% αντίστοιχα. Η διαφορά με τη συρρικνωμένη επίδοσή τους στην ηλικιακή κατηγορία 65+ είναι οφθαλμοφανής. Το ΕΛΑΜ έλαβε σε αυτήν μόλις 5,8% και η Άμεση Δημοκρατία, 1,8%.

Αξίζει να επισημανθεί, πάλι με βάση τα αναλυτικότερα στοιχεία, ότι το ΕΛΑΜ πήρε ποσοστό 21,5% στους νέους άνδρες, ηλικίας 18-24 ετών, ξεπερνώντας το ΑΚΕΛ (17,2%). Κατατάσσεται, δηλαδή, σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία 2ο μετά τον ΔΗΣΥ (25,8%).  

«Αναποφάσιστοι» (ή) (και) «Αποφασισμένοι»;

Σημαντικά συμπεράσματα για την μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς προκύπτουν από τον -κατά δήλωση- χρόνο απόφασης της ψήφου (Διάγραμμα 4). Ερώτηση, που περιλαμβάνεται διαχρονικά στα ερωτηματολόγια των δημοσκοπήσεων εξόδου. Με βάση τη δημοσκόπηση του ΡΙΚ, το 8% των εκλογέων οριστικοποίησε την απόφαση ψήφου του «την τελευταία στιγμή, χθες, σήμερα» και 9% «λίγες μέρες πριν τις εκλογές». Αθροιστικά, δηλαδή, το 17% του εκλογικού σώματος -1 στους 6- αποφάσισε την τελευταία προεκλογική εβδομάδα. Το εύρημα αυτό βέβαια δεν καταγράφεται για πρώτη φορά. Αντίθετα, αποτελεί μια σταθερή παράμετρο της εκλογικής συμπεριφοράς, τουλάχιστον με βάση τις 16 δημοσκοπήσεις εξόδου που έχει πραγματοποιήσει το ΡΙΚ από το 2003.

Πρόκειται για την περίφημη ψήφο των «αναποφασίστων», που τελικά αποφάσισαν; Στην τελευταία προεκλογική έρευνα του ΡΙΚ (Παγκύπρια Έρευνα Πολιτικής Κουλτούρας και Εκλογικής Συμπεριφοράς Νο 43), το ποσοστό των -κατά δήλωση- «αναποφασίστων», καταγράφηκε μόλις σε 5,3%. Επομένως, δεν συμβαδίζει με το 17%, για την ακρίβεια ερμηνεύει μετά βίας το 1/3 της εκλογικής ρευστότητας που πιστοποιούν οι ίδιοι οι εκλογείς στη δημοσκόπηση εξόδου.

Κατά συνέπεια, δεν ήταν μόνον οι «αναποφάσιστοι» που αποφάσισαν στο τέλος, αλλά και μια σημαντική μερίδα «αποφασισμένων» του εκλογικού σώματος, που ενώ στις προεκλογικές έρευνες δήλωνε συγκεκριμένη πρόθεση ψήφου, στο τέλος μεταστράφηκε πολιτικά και ψήφισε διαφορετικά.

Από την ψήφο της τελευταίας στιγμής ωφελήθηκε πιθανότατα το ΑΚΕΛ και από τα μικρότερα κόμματα, περισσότερο η ΔΗΠΑ και οι Κυνηγοί, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να διαβούν το εκλογικό κατώφλι.

Από τις ευρωεκλογές του 2024 στις βουλευτικές 2026

Αυτή τη στιγμή δεν είναι ακόμη σαφές πως επηρεάζουν την κοινωνική δυναμική, που κατέγραψε η κάλπη της 24ης Μαΐου, οι διεργασίες που οδήγησαν στην επανεκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην Προεδρία της νέας Βουλής. Αφενός, εάν η συνεργασία των δύο νεοπαγών κομμάτων με τα παραδοσιακά κόμματα (ΔΗΣΥ/Άμεση Δημοκρατία), ΑΚΕΛ/ΑΛΜΑ) θα διατηρηθεί και στις προεδρικές. Αφετέρου, πως θα εξελιχθεί η περιορισμένη αυτόνομη ρυθμιστική επίδραση που άσκησαν στην εκλογή της ΠτΒ τα υπόλοιπα δύο κοινοβουλευτικά κόμματα (ΔΗΚΟ, ΕΛΑΜ), αν και η κεντροδεξιά κυριαρχία που διαμορφώθηκε στο κοινοβούλιο εξακολουθεί να αποτελεί ευνοϊκό έδαφος για αυτά.

Ίσως, περισσότερο χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από το πρόσφατο (εκλογικό) παρελθόν. Ο 5ετής εκλογικός κύκλος του κυπριακού προεδρικού συστήματος κατέχει το «προνόμιο» να περιλαμβάνει στη διάρκειά του δύο ενδιάμεσες (interim) εκλογικές αναμετρήσεις (ευρωεκλογές και βουλευτικές). Δύο «φωτογραφίες» ή καλύτερα δύο ιδεολογικές/πολιτικές «απογραφές» των διεργασιών που συντελούνται στο εκλογικό σώμα.

Οι βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν 714 ημέρες μετά τις ευρωεκλογές του 2024 και απέχουν 623 ημέρες από τις επερχόμενες προεδρικές του Φεβρουαρίου 2028. Το χρονικό διάστημα των 23 μηνών, που μεσολάβησε μεταξύ των δύο πρώτων (2024-2026), είναι περίπου ισοδύναμο, με το διάστημα των 20 μηνών που μεσολαβεί μέχρι τις επόμενες (2026-2028).

Θα πρέπει να διευκρινιστεί, ότι οι ευρωεκλογές, αν και παραδοσιακά θεωρούνταν εκλογές «β’ τάξης» διότι δεν εκλέγουν κυβέρνηση, στη σύγχρονη  εποχή έχουν διαμορφώσει «υβριδικό» χαρακτήρα. Τείνουν τις περισσότερες φορές να αποκτούν χαρακτηριστικά εθνικών εκλογών, ενώ το διακύβευμά τους καθορίζεται όλο και λιγότερο από την ευρωπαϊκή διάσταση και όλο και συχνότερα από την εσωτερική διακυβέρνηση. Κατά συνέπεια, οι μεταβολές που παρατηρήθηκαν στην εκλογική βάση των πολιτικών κομμάτων, κατά την παρελθούσα διετία, αποτελούν προηγούμενο και -υπό προϋποθέσεις- ένδειξη για το πως είναι πιθανόν να εξελιχθούν οι τάσεις της κοινωνικής τους διείσδυσης, εφεξής.

Η αύξηση της κοινωνικής επιρροής του ΔΗΣΥ στη διετία που μεσολάβησε από τις Ε2024 (από 24,8%, στο 27,1% +2,3%) εμφανίζει σημαντική ηλικιακή δυναμική.  Εντοπίζεται στις τρεις πρώτες ηλικιακές κατηγορίες: 18-24 ετών (+5,2%), 25-34 ετών (+3,4%) και 35-44 ετών (+4%), ενώ στις υπόλοιπες τρεις εμφανίζει στασιμότητα ή και μείωση. Αντίστοιχη δυναμική τάση παρατηρείται και στο ΑΚΕΛ (από 21,5%, στο 23,9%, +2,4%). Η μεγαλύτερη ενίσχυσή του σημειώθηκε μεταξύ των νέων ηλικίας 18-24 ετών, όπου η αριστερά υστερούσε σημαντικά (+8,1%) και 25-24 ετών (+5,5%), καθώς και στην κατηγορία 45-54 ετών (+4,3%). Η ενίσχυση των δύο κομμάτων συντελέστηκε εις βάρος εκείνων των ψηφοφόρων που στις ευρωεκλογές του 2024 είχαν προτιμήσει τον Φειδία Παναγιώτου. Ενώ στις δύο νεαρότερες ηλικιακές ομάδες ο Παναγιώτου είχε καταγράψει ποσοστά εντυπωσιακά 42% και 30%, τώρα σχεδόν τα ¾ των νεαρών εκλογέων του τον εγκατέλειψαν (στοιχεία της δημοσκόπησης εξόδου των ευρωεκλογών).

Από την πλευρά του, το ΔΗΚΟ διατήρησε την κοινωνική επιρροή των ευρωεκλογών (σε ποσοστό παρουσίασε ελάχιστη αύξηση +0,3% και σε ψήφους +1.411), χωρίς να καταγράψει αξιοσημείωτες μεταβολές στις επιμέρους ηλικιακές ομάδες, πλην απωλειών που είχε στην ηλικιακή κατηγορία των 65+ (-4,2%). Ο πολιτικός του ρόλος παραμένει έτσι κομβικός.

Τέλος, η ενίσχυση του ΕΛΑΜ, αποδεικνύεται μεν εντυπωσιακή, σε σύγκριση με τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές (σε ποσοστό +4%, σε ψήφους +16.312, σε έδρες +4), αλλά όχι σε σύγκριση και με τις ευρωεκλογές. Πράγματι, η θεαματική άνοδος του ΕΛΑΜ συντελέστηκε στην τριετία 2021-2024, αλλά δεν συνεχίσθηκε. Σε σύγκριση μάλιστα με τις  ευρωεκλογές, το ΕΛΑΜ κατέγραψε τώρα μικρή μείωση (σε ποσοστό -0,3% και σε ψήφους -634).

Εν κατακλείδι, η κάλπη της 24ης Μαΐου έστειλε ένα ευανάγνωστο μήνυμα: ο δικομματισμός διατηρήθηκε, ο ενδιάμεσος χώρος συρρικνώθηκε, τα νεοπαγή κόμματα διεκδικούν ρυθμιστικό ρόλο και η εκλογική ρευστότητα παραμένει υψηλή. Αυτά τα δεδομένα, συνδυαστικά, υποδηλώνουν, ότι οι προεδρικές του 2028 θα διεξαχθούν σε πεδίο που ευνοεί μεν τα δύο μεγάλα κόμματα — αλλά δεν εγγυάται ευθύγραμμα κανένα αποτέλεσμα, σε ένα εκλογικό σώμα όπου 1 στους 6 αποφασίζει την τελευταία στιγμή. Η «υποθήκη» που άφησαν οι βουλευτικές δεν εξοφλείται αυτόματα: η τελική έκβαση θα κριθεί από την ικανότητα των κομμάτων να μετασχηματίσουν την κοινωνική τους δυναμική, σε στρατηγικές επιλογές υποψηφίων και συμμαχιών. Η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει.