Η άποψη ότι η διαφθορά αποτελεί σοβαρό πρόβλημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο είναι αρκετά διαδεδομένη και ενισχύεται από υποθέσεις που έχουν λάβει μεγάλη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια. Από πολιτική και κοινωνική σκοπιά, η διαφθορά σίγουρα δεν είναι μόνο θέμα «κακών προσώπων», αλλά σχεδόν πάντα συνδέεται με αδύναμους θεσμούς ελέγχου, πελατειακές σχέσεις, χαμηλή διαφάνεια στις δημόσιες αποφάσεις, κοινωνική ανοχή σε πρακτικές όπως το ρουσφέτι και κυρίως καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης.
Στην Ελλάδα, η τελευταία υπόθεση εκτεταμένης διαφθοράς είναι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ (προηγήθηκαν αμέτρητες άλλες), η οποία έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές και δικαστικές αντιδράσεις, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά καταγγελίες για παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις και πιθανή κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Και μπορεί η υπόθεση να βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και η τελική απόδοση ευθυνών να ανήκει στη Δικαιοσύνη, ωστόσο σχεδόν κανένας πολίτης δεν πιστεύει στην αθωότητα της μεγάλης μερίδας των εμπλεκομένων. Όταν υπάρχουν καταγγελίες για εικονικές δηλώσεις, παράνομες καταβληθείσες επιδοτήσεις και οργανωμένες πρακτικές καταστρατήγησης των κανόνων, είναι φυσικό να δημιουργείται έντονη καχυποψία στην κοινή γνώμη. το αισθητήριο της οποίας σπανίως λανθάνει!
Στην Κύπρο, το σκάνδαλο των «χρυσών διαβατηρίων» – «golden passports» στα πλαίσια του «προγράμματος πολιτογραφήσεων επενδυτών», προκάλεσε σοβαρή διεθνή κριτική, μετά μάλιστα τις πολλές αποκαλύψεις για εκτεταμένη διαφθορά, οδήγησε στην κατάργηση του. Η κυπριακή κυβέρνηση, ύστερα από επιστάμενες έρευνες και δικαστικές διαδικασίες ανακάλεσε δεκάδες υπηκοότητες που είχαν χορηγηθεί μέσω του προγράμματος. Ωστόσο, σε ορισμένες από τις πιο προβεβλημένες ποινικές υποθέσεις κατηγορούμενοι αθωώθηκαν λόγω ανεπαρκών αποδείξεων για διαφθορά, γεγονός που δείχνει ότι η δημόσια εντύπωση και η ποινική απόδειξη δεν ταυτίζονται πάντοτε.
Ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης στην Κύπρο περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν το εν λόγω πρόγραμμα παρήγαγε πραγματικές παραγωγικές επενδύσεις ή κυρίως κερδοσκοπική ανάπτυξη ακινήτων, αφού οι επενδύσεις συγκεντρώθηκαν υπερβολικά στα πολυτελή κτίσματα. Ένα από τα πιο ορατά αποτελέσματα του «προγράμματος πολιτογραφήσεων επενδυτών» είναι η ανέγερση δεκάδων πολυώροφων πύργων, κυρίως κατά μήκος του παραλιακού μετώπου της Λεμεσού. Μετά την κατάργηση του προγράμματος το 2020, αρκετά σχέδια για ουρανοξύστες ακυρώθηκαν, πάγωσαν ή μειώθηκαν σε ύψος, κάτι που δείχνει πόσο στενά συνδεόταν η συγκεκριμένη οικοδομική δραστηριότητα με τη ζήτηση από τους επενδυτές του προγράμματος.
Το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων, δεν ενίσχυσε επαρκώς την παραγωγική βάση της οικονομίας (βιομηχανία, τεχνολογία, έρευνα, καινοτομία). Ακόμα αύξησε υπέρμετρα τις τιμές ακινήτων και το κόστος στέγασης, αλλοίωσε το αστικό και φυσικό τοπίο, ιδιαίτερα στη Λεμεσό και δημιούργησε κινδύνους διαφθοράς που έπληξαν ανεπανόρθωτα τη διεθνή εικόνα της Κύπρου.
Με βάση τα παραπάνω, αρκετές ακαδημαϊκές και δημόσιες παρεμβάσεις στην Κύπρο έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το πρόγραμμα παρήγαγε κυρίως μια «φούσκα» πολυτελούς ανάπτυξης ακινήτων και λιγότερο έναν μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής της οικονομίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν καθόλου επενδύσεις ή οικονομικά οφέλη, αλλά ότι τα οφέλη θεωρήθηκαν από πολλούς βραχυπρόθεσμα και συγκεντρωμένα στον κλάδο των ακινήτων, παρά μακροπρόθεσμα και διάχυτα στην οικονομία.
Επομένως, η διαφωνία είναι σε μεγάλο βαθμό του τι ορίζουμε ως πραγματική «επένδυση». Πραγματικές επενδύσεις -σύμφωνα με τους οικονομολόγους και πολεοδόμους- είναι αυτές που αυξάνουν μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα, την τεχνολογική βάση και την ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος ενός τόπου, κάτι που στην προκείμενή περίπτωση δεν επιτεύχθηκε.
Όσον αφορά το τελευταίο βιβλίο «Κράτος Μαφία» του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη (δεν υιοθετώ αβασάνιστα ό,τι γράφει, τρανό παράδειγμα η «υπόθεση «Σάντη» που σύμφωνα με τα επίσημα πορίσματα της Αστυνομίας Κύπρου, αποδείχθηκε ένα κατασκευασμένο σενάριο), σίγουρα οι καταγγελίες που περιέχει έχουν ταρακουνήσει συθέμελα την κυπριακή κοινωνία. Πρόσφατα, η κυπριακή Αρχή κατά της Διαφθοράς ανακοίνωσε ότι εντόπισε ενδείξεις πιθανής κατάχρησης εξουσίας από τον πρώην πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη (κάτι που υποστηρίζει και ο κ. Δρουσιώτης στο τελευταίο βιβλίο του) και παρέπεμψε τα ευρήματά της στον Γενικό Εισαγγελέα. Η ίδια η Αρχή διευκρίνισε ότι τα ευρήματα βασίζονται σε διοικητική αξιολόγηση και όχι σε ποινική κρίση, ενώ ο Νίκος Αναστασιάδης αρνείται τις κατηγορίες.
Υστερόγραφο: Σε κάθε περίπτωση, κάθε ισχυρισμός χρειάζεται ξεχωριστή αξιολόγηση με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και τις θεσμικές διαδικασίες. Πάντα ασφαλώς ισχύει η θεμελιώδης νομική αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή ότι κανείς δεν θεωρείται ένοχος πριν αποφανθεί η δικαιοσύνη. Από την άλλη, όμως, οι πολίτες έχουν δει και έχουν ακούσει τόσα πολλά που δικαιολογημένα σχηματίζουν εκτιμήσεις με βάση ενδείξεις, γεγονότα ή συμπεριφορές. Και δεν διαφαίνεται να πέφτουν πολύ έξω στις εκτιμήσεις τους…
Όλα αυτά σε μια Κύπρο, όπου οι Έλληνες Κύπριοι, πρόσφυγες και μη, πουλούν απερίσκεπτα τις περιουσίες τους στους ξένους και στα κατεχόμενα και στις ελεύθερες περιοχές, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα τείνει να καταστήσει τους Έλληνες της Κύπρου μειοψηφία στην ίδια τους την πατρίδα! Κινδυνεύομε με αφανισμό και εθνική αλλοτρίωση… Αλήθεια δεν το βλέπετε, δεν καταλαβαίνετε…. Οψόμεθα…
*Ακαδημαϊκός – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
av.avgoustinοs@gmail.com