Η δήλωση του Ντμίτρι Μεντβέντεφ ότι οι Συμβάσεις της Χάγης είναι ξεπερασμένες και δεν πρέπει πλέον να δεσμεύουν τη διεξαγωγή του πολέμου, με μόνη εξαίρεση τη μη σκόπιμη στοχοποίηση αμάχων,επαναφέρει στο προσκήνιο μια βαθιά ανησυχητική αντίληψη: ότι οι πόλεμοι δεν χρειάζεται να ρυθμίζονται από κανόνες.
Στην ουσία, αυτό που υποστηρίζει ο Μεντβέντεφ είναι μια μετατόπιση από τον πόλεμο ως περιορισμένη και νομικά πλαισιωμένη κατάσταση, προς τον πόλεμο ως μια καθαρή αναμέτρηση ισχύος και αυτό είναι πολύ ανησυχητικο.
Αυτό το είδος ρητορικής πλησιάζει μια αντίληψη που στην θεωρία των διεθνών σχέσεων περιγράφεται ως λογική “ολοκληρωτικού πολέμου” (total war logic).
Η λογική του ολοκληρωτικού πολέμου δεν σημαίνει απαραίτητα ρητή απόρριψη όλων των κανόνων, αλλά μια σταδιακή υποβάθμισή τους έναντι της στρατηγικής αναγκαιότητας.
Η πολιτική σημασία της ρητορικής τύπου Μεντβέντεφ μεταθετει το κέντρο βάρους από ένα διεθνές σύστημα κανόνων σε μια λογική καθαρής ισχύος. Σε έναν πόλεμο δηλαδή όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι επιτρέπεται από τους κανόνες, αλλά τι είναι εφικτό για την επίτευξη της νίκης.
Ιστορικά, η έννοια του ολοκληρωτικού πολέμου συνδέεται με τις μεγάλες συγκρούσεις του 20ού αιώνα, όπου τα όρια μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών στόχων θόλωσαν, και η έκβαση τους εξαρτιόταν εκτός από τα μέτωπα, από τη συνολική εξάντληση της αντίπαλης κοινωνίας.Πολιτικά, το πιο ανησυχητικό στοιχείο στη δήλωση Μεντβέντεφ είναι ότι αμφισβητεί ευθέως μια βασική παραδοχή της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης: ότι ακόμη και στον πόλεμο υπάρχουν κανόνες. Αν αρχίσει να γίνεται αποδεκτή η λογική ότι οι νέες τεχνολογίες, τα drones, ο κυβερνοπόλεμος ή οι υβριδικές συγκρούσεις καθιστούν παρωχημένους τους περιορισμούς του ανθρωπιστικού δικαίου, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από το «ποιοι είναι οι κανόνες» στο «αν χρειάζονται κανόνες».
Σε μια τέτοια λογική, η διάκριση ανάμεσα σε μαχητές και αμάχους αποδυναμώνεται στην πράξη, οι περιορισμοί του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου αντιμετωπίζονται ως η “πολυτέλεια” σε ειρηνικες περιόδους ή ως κανόνες που ισχύουν μόνο όταν δεν περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής δράσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή αυτοσυγκράτησης εξαφανίζεται, αλλά ότι η πηγή της δεν είναι πλέον το διεθνές δίκαιο ως κοινός κανόνας, αλλά η στρατηγική αξιολόγηση κόστους, αποτελέσματος και αποτροπής.
Σε αντίθεση, η μεταπολεμική διεθνής τάξη –όπως διαμορφώθηκε μετά το 1945- βασίζοταν ακριβώς στην απόρριψη αυτής της λογικής. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, από τις Συμβάσεις της Γενεύης έως τις Συμβάσεις της Χάγης, στηρίζεται στην ιδέα ότι ακόμη και όταν ο πόλεμος δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει να παραμένει περιορισμένος. Η κεντρική αρχή είναι ότι η ισχύς δεν είναι απεριόριστη και ότι η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια δεν παύουν να ισχύουν μέσα στη σύγκρουση.
Έτσι, η πολιτική σημασία της ρητορικής τύπου Μεντβέντεφ μετακινεί το σημείο αναφοράς σε μια λογική καθαρά ισχύος. Και αυτή ακριβώς η μετατόπιση είναι που θυμίζει, σε θεωρητικό επίπεδο, τη λογική του ολοκληρωτικού πολέμου δηλαδή έναν πόλεμο όπου το ερώτημα δεν είναι «τι επιτρέπεται», αλλά «τι μπορούμε να κάνουμε για να κερδίσουμε.
.