Οι συνεντεύξεις για πρόσληψη προσωπικού πρέπει να διεξάγονται με αντικειμενικά, σαφή και ουδέτερα κριτήρια, χωρίς ερωτήσεις ή πρακτικές που μπορεί να οδηγήσουν σε διακρίσεις λόγω φύλου, τονίζει η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη.

Η τοποθέτηση του Γραφείου της, υπό την ιδιότητά του ως Φορέα Ισότητας και Καταπολέμησης των Διακρίσεων, εκδόθηκε έπειτα από καταγγελίες γυναικών που κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις για την οικογενειακή τους κατάσταση και τη μητρότητα κατά τη διαδικασία διεκδίκησης θέσεων εργασίας.

Σύμφωνα με την Επίτροπο, τέτοιες ερωτήσεις εγείρουν ζητήματα πιθανής δυσμενούς μεταχείρισης λόγω φύλου, καθώς δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη με τα ουσιαστικά καθήκοντα ή τις απαιτήσεις της θέσης.

Μία από τις καταγγελίες αφορούσε συνέντευξη στο Γυμνάσιο Ζακακίου για θέση Σχολικού/ής Συνεργάτη/ιδας της Ομάδας Άμεσης Παρέμβασης. Υποψήφια ερωτήθηκε κατά πόσον έχει παιδιά και, όταν ζήτησε διευκρινίσεις για τη συνάφεια της ερώτησης με τη θέση, ενημερώθηκε ότι η μητρότητα θα τη βοηθούσε να γνωρίζει πώς να πειθαρχεί μαθητές.

Το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας προχώρησε σε υποδείξεις ώστε η συγκεκριμένη ερώτηση και παρόμοιες ερωτήσεις που ενδέχεται να θίγουν υποψηφίους ή να δημιουργούν εντύπωση δυσμενούς μεταχείρισης λόγω φύλου ή οικογενειακής κατάστασης να μην περιλαμβάνονται σε μελλοντικές αξιολογήσεις.

Δεύτερη καταγγελία αφορούσε συνέντευξη στον ιδιωτικό τομέα, όπου υποψήφια ερωτήθηκε από διευθυντή και ιδιοκτήτη εταιρείας κατά πόσον είναι παντρεμένη. Σύμφωνα με την καταγγελία, όταν ζήτησε να μάθει γιατί η πληροφορία ήταν σχετική με τη θέση, δεν έλαβε απάντηση, ενώ ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία για την οικογενειακή της κατάσταση.

Το Τμήμα Εργασίας προχώρησε σε συστάσεις προς την εταιρεία, υποδεικνύοντας ότι δεν επιτρέπεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας σε σχέση με την έγγαμη ή την οικογενειακή της κατάσταση, στο πλαίσιο του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου.

Η Επίτροπος επισημαίνει ότι η οικογενειακή κατάσταση ή η πιθανή μητρότητα δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως παράγοντες αξιολόγησης, ιδιαίτερα όταν οι ερωτήσεις απευθύνονται σε γυναίκες. Όπως σημειώνει, το στάδιο της συνέντευξης αποτελεί κρίσιμο φίλτρο για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας και πρακτικές που αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα υπονομεύουν την ουσιαστική ισότητα.

Στις κατευθυντήριες γραμμές που προτείνει, η Επίτροπος υποδεικνύει ότι οι ερωτήσεις πρέπει να αφορούν αποκλειστικά τα καθήκοντα της θέσης, τις απαιτούμενες δεξιότητες, την επαγγελματική εμπειρία και τις αντικειμενικές απαιτήσεις της εργασίας.

Τονίζει επίσης ότι οι ερωτήσεις θα πρέπει, στον βαθμό του δυνατού, να είναι τυποποιημένες και ίδιες για όλους τους υποψηφίους, ώστε να αποτρέπονται διακρίσεις ή η εντύπωση ότι συγκεκριμένα ζητήματα τίθενται με βάση το φύλο ή στερεότυπα.

Τα κριτήρια αξιολόγησης, προσθέτει, πρέπει να είναι προκαθορισμένα και να βασίζονται σε στοιχεία όπως η εμπειρία, τα ακαδημαϊκά προσόντα, οι δεξιότητες και οι συμπεριφορικές ικανότητες, αντί σε υποκειμενικές εντυπώσεις.

Ως καλή πρακτική προτείνεται η κατάρτιση ενιαίου εγγράφου συνέντευξης με ερωτήσεις που συνδέονται αποκλειστικά με τη θέση και εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλους τους υποψηφίους.

Παράλληλα, η Επίτροπος θεωρεί σημαντική την εκπαίδευση εργοδοτών, στελεχών ανθρώπινου δυναμικού και μελών επιτροπών επιλογής σε ζητήματα ισότητας, άμεσης και έμμεσης διάκρισης, έμφυλων στερεοτύπων και ορθών πρακτικών συνέντευξης.

Η τοποθέτηση κοινοποιείται στον Διευθυντή του Τμήματος Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, καθώς και στις ηγεσίες του ΚΕΒΕ και της ΟΕΒ.

ΚΥΠΕ