Εν μέσω του ψυχρού πολέμου (ΗΠΑ+ΝΑΤΟ εναντίον Σοβιετικής Ένωσης), η προτεραιότητα των ΗΠΑ ήταν ο «σοβιετικός κίνδυνος». Η Τουρκία υπό στρατοκρατικό έλεγχο και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας προς την Σοβιετική Ένωση, είχε μια «υπεραξία» για τις ΗΠΑ έναντι της Ελλάδας.

Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας ήταν ότι μια ολοκληρωτική σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας, δύο χωρών εντός ΝΑΤΟ, θα ήταν τεράστιο πλήγμα για τις ΗΠΑ ενόψει του «σοβιετικού κινδύνου» που καθιστούσε επάναγκες την αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Το «δώρο» στην Τουρκία προσέφερε η Χούντα στην Αθήνα, η οποία προετοίμασε εργαλειοποιώντας αδίσταχτα από πριν και εν τέλει διέπραξε το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου ώστε να εισβάλει η Τουρκία. Κι όταν η Τουρκία προχώρησε στην εισβολή, το χουντικό καθεστώς όχι μόνο δεν επενέβηκε, αλλά εφάρμοσε «σκόπιμη αδράνεια» στην Κύπρο ώστε να επιτύχει η τουρκική εισβολή.

Η πιο πάνω σύνοψη όσων συνέβηκαν, παρατίθεται για να αντλήσουμε ένα μάθημα, ειδικά τώρα λόγω Ευρωάμυνας. Το κυριότερο επιχείρημα για συνεργασία ΕΕ-Τουρκίας στην άμυνα είναι ότι η Τουρκία αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ, όπως κι η πλειοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ. Άλλωστε, κάποια κράτη-μέλη συνεργάζονται ήδη στην συμπαραγωγή εξοπλισμών με την Τουρκία. Και γνωρίζουν ότι η Τουρκία ήταν στενός σύμμαχος του «Ισλαμικού Κράτους» και τρομοκρατικών οργανώσεων όπως της «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων». Γνωρίζουν ότι κατά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η στάση του καθεστώτος Ερντογάν υπήρξε «διπλή», με το ΝΑΤΟ και με τον Πούτιν, καθώς η νεο-οθωμανική επεκτατική πολιτική συνεχίστηκε σε Συρία, Λιβύη, Αιγαίο και Ανατ. Μεσόγειο. Γιατί όμως, κράτη-μέλη της ΕΕ αναθέτουν ρόλο στην Τουρκία για την Ευρωάμυνα; Γιατί κρίνουν ότι τους συμφέρει και το θεωρούν εφικτό λόγω της στάσης μας.

Ο νεο-οθωμανικός επεκτατισμός συνεχίζει να κατέχει μέρος της Κύπρου ζητώντας «δύο κράτη», παραβιάζει τον θαλάσσιο και εναέριο χώρο της Ελλάδας, σχεδιάζει την επέκταση στο μισό Αιγαίο και σε όλη την Ανατ. Μεσόγειο. Ταυτοχρόνως, έχει «παγώσει» η επέκταση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, η οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου δεν υπάρχει, η πόντιση ενός καλωδίου σε διεθνή ύδατα στο Αιγαίο στο πλαίσιο ευρωπαϊκού έργου  παρεμποδίζεται από την Τουρκία κ.ά. Όμως, η  έμπρακτη προάσπιση θέσεων, θα είχε δύο ενδεχόμενα. Είτε υποχώρηση του επεκτατιστή, είτε για να διασωθεί η Ευρωάμυνα και το ΝΑΤΟ, θα επιβαλλόταν κόστος στον επεκτατιστή. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός στην Αθήνα διερωτάται «που έχουμε υποχωρήσει» κι ο Υπουργός Εξωτερικών αναδεικνύει την σημασία των «ήρεμων νερών».

Ο Ελληνισμός οφείλει να έχει σημαίνοντα ρόλο στην Ευρωάμυνα γιατί αφορά την επιβίωσή μας. Η Λευκωσία κινήθηκε με σαφή προσανατολισμό στην Ευρωάμυνα και τις ΗΠΑ, αλλά η Αθήνα παραμένει παθητικός τροφοδότης του τουρκικού επεκτατισμού. Στην εποχή μας, το συγκριτικό πλεονέκτημα αφορά μια πανεθνική στρατηγική αποτροπής με επίκεντρο την ισχύ εντός της ΕΕ. Στις διεθνείς σχέσεις, η βάσιμη προσδοκία δεν στηρίζεται σε ευχολόγια, ούτε στην πατριδοκάπηλη ρητορική, αλλά στην ορθολογική στρατηγική. Καταληκτικά, ο τουρκικός επεκτατισμός δεν αντιμετωπίζεται με φοβίες και εγχώριες θεωρίες, ούτε με Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης σε διμερές επίπεδο και άλλα «δώρα» στην ΕΕ, αλλά με αποφασιστική στάση και πράξεις που προκαλούν κόστος στον επεκτατιστή.

Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D