Οι λέξεις που επιλέγει μια κοινωνία για να περιγράψει τα φαινόμενα που τη διαπερνούν σπάνια αποτελούν απλές γλωσσικές συμβάσεις. Αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, ερμηνεύει τα αίτιά της και αναζητεί τρόπους αντιμετώπισής της. Γι’ αυτό και η ακριβής χρήση των εννοιών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν η συζήτηση αφορά την ανθρώπινη ζωή, τη βία και τη λειτουργία των κοινωνικών θεσμών.
Με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό σοβαρής ενδοοικογενειακής βίας στη Λεμεσό, σε συζητήσεις που αναπτύχθηκαν τις τελευταίες ημέρες με ανθρώπους του κοινωνικού και επαγγελματικού μου περιβάλλοντος αναδείχθηκε επανειλημμένα το ίδιο ερώτημα: γιατί γίνεται λόγος για «γυναικοκτονία» και όχι απλώς για «ανθρωποκτονία»; Το ερώτημα αυτό αποτυπώνει μια εύλογη απορία πολλών πολιτών και προσφέρει την ευκαιρία για μια νηφάλια προσέγγιση της επιστημονικής σημασίας του όρου. Η διάκριση ανάμεσα στην ανθρωποκτονία και τη γυναικοκτονία αφορά δύο διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης: το πρώτο συνδέεται με τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, ενώ το δεύτερο με την κοινωνιολογική και εγκληματολογική ερμηνεία ενός ιδιαίτερου φαινομένου βίας.
Η δημόσια συζήτηση που ακολουθεί τέτοιες υποθέσεις συνοδεύεται συχνά από παρανοήσεις ως προς την έννοια της «γυναικοκτονίας». Η χρήση του όρου δεν αποσκοπεί σε αξιολογική διάκριση των θυμάτων, αλλά στην περιγραφή ενός ιδιαίτερου κοινωνικού φαινομένου, όπως αυτό ορίζεται στη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία.
Από νομική άποψη, η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής συνιστά ανθρωποκτονία. Ο ποινικός νόμος προστατεύει ισότιμα κάθε ανθρώπινη ζωή, ανεξάρτητα από το φύλο του θύματος. Η έννοια της γυναικοκτονίας δεν επιδιώκει να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης ούτε να θεμελιώσει διαφορετική αξιολόγηση της ανθρώπινης αξίας.
Η έννοια της γυναικοκτονίας ανήκει πρωτίστως στο πεδίο της κοινωνιολογίας, της εγκληματολογίας και της επιστημονικής μελέτης της έμφυλης βίας. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία συνδέεται με το έργο της Diana Russell και της Marcela Lagarde, οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στη θεωρητική θεμελίωση και διάδοσή της. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η γυναικοκτονία αποτελεί ιδιαίτερη μορφή ανθρωποκτονίας, η οποία εξετάζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των έμφυλων σχέσεων εξουσίας, των κοινωνικών ανισοτήτων και των μηχανισμών βίας που αναπτύσσονται στις διαπροσωπικές σχέσεις. Επομένως, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο και να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, χωρίς να διαφοροποιεί τον ποινικό χαρακτηρισμό ή την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των διεθνών ερευνητικών δεδομένων. Σύμφωνα με τις κοινές εκθέσεις του United Nations Office on Drugs and Crime (UNODC) και του UN Women, η πλειονότητα των γυναικών που δολοφονούνται παγκοσμίως χάνουν τη ζωή τους από τον νυν ή τον πρώην σύντροφό τους ή από άλλο μέλος του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Το εύρημα αυτό καταδεικνύει την ύπαρξη ενός επαναλαμβανόμενου κοινωνικού προτύπου: σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, η θανατηφόρα βία κατά γυναικών εκδηλώνεται στο πλαίσιο στενών συντροφικών ή οικογενειακών σχέσεων. Η παρατήρηση αυτή εξηγεί γιατί η επιστημονική κοινότητα αντιμετωπίζει τις συγκεκριμένες υποθέσεις ως ιδιαίτερη κατηγορία προς μελέτη και όχι ως μεμονωμένα εγκληματικά περιστατικά.
Το επαναλαμβανόμενο αυτό κοινωνικό πρότυπο επιχειρεί να αναδείξει η έννοια της γυναικοκτονίας. Η χρήση του όρου αποσκοπεί στην κατανόηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κατηγορίας ανθρωποκτονιών που εκδηλώνονται συχνά στο πλαίσιο μακροχρόνιων σχέσεων ελέγχου, κυριαρχίας, κτητικότητας και έμφυλης βίας.
Η διαπίστωση αυτή, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι κάθε ανθρωποκτονία γυναίκας συνιστά γυναικοκτονία ούτε ότι τα κίνητρα κάθε δράστη ανάγονται αποκλειστικά στο φύλο του θύματος. Η επιστημονική προσέγγιση εστιάζει στην αναζήτηση κοινών χαρακτηριστικών, συμπεριφορών και συνθηκών που εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα στις συγκεκριμένες υποθέσεις και συμβάλλουν στην κατανόηση του φαινομένου.
Η ψυχολογική έρευνα καταδεικνύει ότι πολλές γυναικοκτονίες αποτελούν το τελικό στάδιο μακράς διαδικασίας κλιμάκωσης της βίας. Συμπεριφορές υπερβολικού ελέγχου, κτητικότητας, απομόνωσης, απειλών, εκφοβισμού και συστηματικής υποτίμησης προηγούνται συχνά της θανατηφόρας έκβασης. Η σύγχρονη διεθνής βιβλιογραφία προσεγγίζει τη γυναικοκτονία ως την ακραία κατάληξη της συνεχούς δυναμικής έμφυλης βίας και κυριαρχίας, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των προειδοποιητικών ενδείξεων και της πρόληψης.
Η επιστημονική προσέγγιση αντιμετωπίζει τη γυναικοκτονία ως πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Ψυχολογικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε περίπτωση, γεγονός που εξηγεί γιατί η διεθνής εγκληματολογική και ψυχολογική βιβλιογραφία απορρίπτει τις μονοδιάστατες ερμηνείες.
Για τον λόγο αυτό, ο δημόσιος διάλογος γύρω από υποθέσεις αυτού του είδους οφείλει να διακρίνει δύο επίπεδα ανάλυσης. Το πρώτο αφορά τη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών, τη διακρίβωση των συνθηκών τέλεσης της πράξης και την απόδοση της ποινικής ευθύνης, διαδικασία που αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των ανακριτικών αρχών και της Δικαιοσύνης. Το δεύτερο αφορά τη μελέτη των κοινωνικών προτύπων, των συνθηκών μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η βία και των παραγόντων που ευνοούν την κλιμάκωσή της, στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας.
Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» υπηρετεί αυτόν τον δεύτερο σκοπό. Πρόκειται για επιστημονικό όρο, ο οποίος χρησιμοποιείται στη διεθνή βιβλιογραφία ως αναλυτικό εργαλείο για την κατανόηση ενός ιδιαίτερου κοινωνικού φαινομένου. Η αξία του έγκειται στη δυνατότητά του να φωτίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η συγκεκριμένη μορφή βίας, να αναδεικνύει τους παράγοντες που τη συντηρούν και να διευκολύνει την έγκαιρη αναγνώριση και πρόληψή της.
Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν κατορθώνουν να ονομάζουν με ακρίβεια τα φαινόμενα που τις απασχολούν. Κάθε έννοια αποτελεί τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας και ταυτόχρονα συμβάλλει στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης. Η γυναικοκτονία, ως επιστημονικός όρος, υπηρετεί αυτή ακριβώς τη λειτουργία: φωτίζει μια ιδιαίτερη μορφή βίας και διευρύνει την κατανόησή της, ώστε η γνώση να υπηρετεί την πρόληψη και η κοινωνία να προστατεύει αποτελεσματικότερα την ανθρώπινη ζωή.
*Φιλόλογος – Συγγραφέας