Εδώ και δύο περίπου χρόνια επισημαίνουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίζεται το Κυπριακό κινδυνεύει να μας οδηγήσει σε μια πορεία χωρίς στρατηγική έξοδο.
Η ανησυχία αυτή δεν αφορά τη συνέχιση του διαλόγου. Το Κυπριακό δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς διάλογο. Αφορά όμως το περιεχόμενο, τους στόχους και την κατεύθυνση μιας διαδικασίας. Γιατί μια διαδικασία δεν είναι από μόνη της επιτυχία. Επιτυχία είναι η διαδικασία να οδηγεί σε αποτέλεσμα που υπηρετεί τις βασικές επιδιώξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τις τελευταίες ημέρες ακούμε ξανά για σημαντικές εξελίξεις, για κινητικότητα και για επιτυχία της διπλωματικής προσπάθειας.
Τόσο που άρχισε να γίνεται σχεδόν ανιαρό. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από τις ανακοινώσεις.
Κρίνεται, δυστυχώς για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, από το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα μέχρι σήμερα είναι ότι δεν έχουμε δει αλλαγή των δεδομένων που δημιούργησαν το αδιέξοδο.
Δεν έχουμε δει αλλαγή στη βασική τουρκική προσέγγιση.
Δεν έχουμε δει μια δίκαιη προσέγγιση από πλευράς Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
Δεν έχουμε δει μια νέα στρατηγική που να επαναφέρει στο κέντρο τις δικές μας ανησυχίες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Για περισσότερο από δύο χρόνια ακούμε για μια «εξαιρετική» ή «ευφάνταστη» εξωτερική πολιτική.
Δεν αμφισβητεί κανείς την ανάγκη μιας ενεργούς εξωτερικής πολιτικής. Όμως η εξωτερική πολιτική δεν αξιολογείται από τον αριθμό των επαφών, τις συναντήσεις ή τη διεθνή εικόνα που δημιουργείται. Αξιολογείται από το αν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα στο κορυφαίο εθνικό ζήτημα. Και το κορυφαίο εθνικό ζήτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι το Κυπριακό. Η μεγάλη ευκαιρία της παρούσας διακυβέρνησης και ειδικότερα του Νίκου Χριστοδουλίδη ήταν ότι είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει ένα σημαντικό διεθνές αλλά και εσωτερικό κεφάλαιο και να επιχειρήσει να διαμορφώσει καλύτερες συνθήκες διαπραγμάτευσης.
Να θέσει προτεραιότητες.
Να διασφαλίσει ότι οι πραγματικές ανησυχίες της ελληνοκυπριακής πλευράς θα βρίσκονταν στο επίκεντρο της προσπάθειας.
Αυτό δεν έγινε. Η διαχείριση παρέμεινε στα τετριμμένα. Περιορίστηκε περισσότερο στη διαχείριση των εξελίξεων παρά στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική πρόοδο.
Αντίθετα, παρατηρούμε μια σταδιακή μετατόπιση του ίδιου του πλαισίου της συζήτησης.
Από την αναζήτηση μιας δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης, η συζήτηση περιορίζεται ολοένα και περισσότερο στη βιωσιμότητα και στη λειτουργικότητα.
Αυτό δεν είναι μια απλή αλλαγή ορολογίας. Είναι αλλαγή πολιτικού περιεχομένου.
Γιατί όταν υποχωρεί η αναφορά στην κατοχή, όταν η έννοια της δικαιοσύνης αποδυναμώνεται και όταν η συζήτηση επικεντρώνεται μόνο στο τι μπορεί να γίνει αποδεκτό, τότε ο κίνδυνος είναι προφανής.
Με τα σημερινά δεδομένα, το δίλημμα γίνεται ολοένα και πιο καθαρό.
Είτε παγίωση των τετελεσμένων και διχοτόμηση είτε μια τραγική λύση, αποτέλεσμα μιας πορείας που δεν κατάφερε να αλλάξει τους συσχετισμούς και τις προϋποθέσεις.
Μια λύση που θα φέρει την ονομασία της συμφωνίας, αλλά δεν θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός σύγχρονου, ευρωπαϊκού και λειτουργικού κράτους.
Και σίγουρα θα υποθηκεύει το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού.
Πρόεδρε, χρειάζεται προσοχή.
Να μην καταγραφεί η προεδρία σου ως η περίοδος που, χωρίς να το επιδιώκει, οδήγησε στην παγίωση της διχοτόμησης ή ως η περίοδος που κατέληξε σε μια λύση που και ο ίδιος δηλώνεις ότι δεν επιθυμείς.
Η πραγματική επιτυχία δεν είναι να πραγματοποιούνται συναντήσεις. Είναι να αλλάζουν οι προϋποθέσεις. Η πραγματική πρόοδος δεν είναι να υπάρχει κινητικότητα. Είναι να υπάρχει κατεύθυνση. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη της ηγεσίας. Και ειδικότερα του ηγέτη.
Γιατί όσοι προειδοποιούσαμε τα τελευταία χρόνια ότι η επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική στρατηγική δεν το κάναμε εκ των υστέρων, αλλά όταν υπήρχε ακόμη χρόνος για διορθωτικές κινήσεις.
Σήμερα η ανάγκη είναι καθαρή.
Λιγότεροι πανηγυρισμοί για τη διαδικασία και περισσότερη επιμονή στην ουσία.
Λιγότερο βλέμμα στο 2028 και περισσότερη προσήλωση στη συλλογική ευθύνη.
Γιατί στο Κυπριακό οι εντυπώσεις περνούν. Τα δεδομένα όμως μένουν.