Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ εκλογική νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι ένα συνηθισμένο αποτέλεσμα. Με περίπου 44% των ψήφων, το κόμμα της γερμανικής άκρας δεξιάς πέτυχε ένα ιστορικό αποτέλεσμα και αναδείχθηκε πρώτη πολιτική δύναμη στο κρατίδιο. Η νίκη προκαλεί ήδη συζητήσεις όχι μόνο για το μέλλον της γερμανικής πολιτικής, αλλά και για το αν η σημερινή Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επανάληψη. Η αναφορά στο 1933 είναι αναπόφευκτη. Είναι όμως και επικίνδυνη αν χρησιμοποιηθεί χωρίς ιστορική ακρίβεια.
1933: ο Χίτλερ δεν κέρδισε απλώς μια εκλογή
Η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μιας και μοναδικής εκλογικής νίκης. Το ναζιστικό κόμμα είχε ήδη αναδειχθεί σε ισχυρότατη πολιτική δύναμη μέσα στην κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933 και στη συνέχεια αξιοποίησε τους θεσμούς, την κρατική καταστολή και την πολιτική βία για να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του και να μετατρέψει το δημοκρατικό σύστημα σε δικτατορία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Χίτλερ δεν κατέλαβε την εξουσία μόνος του. Συντηρητικοί πολιτικοί και παράγοντες του κατεστημένου πίστεψαν ότι μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν ή να τον ελέγξουν. Η ιστορική εμπειρία δείχνει πόσο καταστροφική μπορεί να αποδειχθεί η πεποίθηση ότι ένα ακραίο πολιτικό κίνημα μπορεί να «ενσωματωθεί» χωρίς να αλλάξει το ίδιο το σύστημα.
Τι θυμίζει σήμερα το 1933;
Υπάρχουν ορισμένες πραγματικές ομοιότητες.
Πρώτον, η AfD, όπως παλαιότερα η NSDAP, αξιοποιεί την κοινωνική δυσαρέσκεια, τον φόβο, την αίσθηση ότι το πολιτικό κατεστημένο δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της χώρας και την αντιπαράθεση γύρω από τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα.
Δεύτερον, η σημερινή πολιτική δυναμική δείχνει ότι ένα κόμμα που κάποτε βρισκόταν στο περιθώριο μπορεί να μετακινηθεί προς το κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Η AfD έχει πλέον αποκτήσει τεράστια εκλογική βάση και, στη Σαξονία-Άνχαλτ, έφτασε στο 44%, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του κρατιδίου.
Τρίτον, υπάρχει ο κίνδυνος τα παραδοσιακά κόμματα να αρχίσουν να υιοθετούν μέρος της ατζέντας της άκρας δεξιάς, θεωρώντας ότι έτσι μπορούν να περιορίσουν την εκλογική της επιρροή. Αυτό όμως μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, να μετακινήσει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα προς τις θέσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ακραίες.
Αλλά η Γερμανία του 2026 δεν είναι η Γερμανία του 1933. Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διαφορά.
Η AfD κέρδισε μια δημοκρατική εκλογή μέσα σε ένα συνταγματικό κράτος που διαθέτει θεσμικά αντίβαρα, ανεξάρτητους θεσμούς και ιστορική επίγνωση της ναζιστικής περιόδου. Δεν έχει καταργήσει το κοινοβούλιο, δεν έχει καταλύσει τα δημοκρατικά δικαιώματα και δεν έχει αποκτήσει δικτατορικές εξουσίες. Ακόμη και στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD δεν διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία. Για να σχηματίσει κυβέρνηση χρειάζεται συνεργασία ή ανοχή άλλων πολιτικών δυνάμεων, ενώ τα μεγάλα κόμματα έχουν δηλώσει ότι δεν προτίθενται να συνεργαστούν μαζί της. Αυτό είναι θεμελιώδες: το 1933 δεν υπήρξε απλώς μια «νίκη της άκρας δεξιάς». Ακολούθησε η συστηματική διάλυση των δημοκρατικών θεσμών. Επομένως, το σωστό ερώτημα δεν είναι:
«Είναι η AfD ο Χίτλερ;»
Το ερώτημα είναι:
«Μπορεί μια δημοκρατία να προστατευθεί όταν ένα κόμμα που αμφισβητεί βασικές φιλελεύθερες αξίες αποκτά όλο και μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση;»
Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα του 1933.
Η δημοκρατία δεν καταρρέει απαραίτητα σε μία ημέρα. Μπορεί να αποδυναμώνεται σταδιακά, όταν οι πολίτες συνηθίζουν την πολιτική βία, όταν η στοχοποίηση μειονοτήτων γίνεται φυσιολογική, όταν τα θεσμικά αντίβαρα αντιμετωπίζονται ως εμπόδια και όταν τα παραδοσιακά κόμματα πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν δυνάμεις που στην πραγματικότητα θέλουν να αλλάξουν τους ίδιους τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιστορική σύγκριση με το 1933 έχει αξία, όχι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται αυτούσια, αλλά επειδή μπορεί να αποκαλύψει τους κινδύνους που εμφανίζονται όταν η δημοκρατία θεωρείται δεδομένη. Η νίκη της AfD, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι η Γερμανία «έγινε ξανά 1933». Σημαίνει όμως ότι ένα πολιτικό φαινόμενο που για δεκαετίες θεωρούνταν αδύνατο στη μεταπολεμική Γερμανία έχει πλέον αποκτήσει τεράστια εκλογική δύναμη. Το 1933 δεν πρέπει, λοιπόν, να χρησιμοποιείται ως εύκολος χαρακτηρισμός για κάθε σύγχρονη εκλογική νίκη της άκρας δεξιάς. Πρέπει να χρησιμοποιείται ως υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν οι δημοκρατικοί θεσμοί, οι πολιτικές ελίτ και η κοινωνία υποτιμήσουν εγκαίρως την απειλή της πολιτικής αυταρχικότητας.
Δρ. Πέτρος Κημήτρης
School of Education
Saint Louis University, USA