Με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από την έναρξη της πανδημίας του Covid-19 και οδεύοντας σταδιακά προς το τέλος της κρίσης που έχει επιφέρει, έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, κατά τρόπο οξύτερο, καίρια ζητήματα που αφορούν το μέλλον των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνικής πολιτικής.
Οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας επί της οικονομίας, των επιχειρήσεων και της απασχόλησης έτυχαν διαχείρισης κατά κύριο λόγο μέσω της εκπόνησης και εφαρμογής έκτακτων μέτρων και βραχυπρόθεσμων προγραμμάτων στήριξης.
Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, τα προγράμματα στήριξης οδήγησαν σε αύξηση των επιπέδων αδράνειας και στην περαιτέρω μείωση της ήδη χαμηλής παραγωγικότητας.
Οι επιχειρήσεις, επηρεαζόμενες από την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση της οικονομίας, βρίσκονται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα τους και να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα τους.
Επί του παρόντος, το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, επικεντρώνεται στην έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού σε όλους σχεδόν τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, γεγονός που υπονομεύει τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας.
Συνεπώς, η αύξηση της συμμετοχής στην απασχόληση του ανενεργού πληθυσμού παραμένει μια από τις βασικές προκλήσεις, σε συνδυασμό με την επιτακτική ανάγκη για εκπαίδευση των εργαζομένων για απόκτηση νέων δεξιοτήτων (reskilling και upskilling) και βελτίωση της αντιστοιχίας μεταξύ κενών θέσεων εργασίας και απαιτούμενων δεξιοτήτων.
Με τα προγράμματα στήριξης να έχουν καταργηθεί, επιβάλλεται η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής απασχόλησης που θα παρέχει οικονομικά κίνητρα στις επιχειρήσεις για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας αλλά και μέτρα για ενσωμάτωση του ανθρώπινου δυναμικού στην αγορά εργασίας.
Η αξιοποίηση της τεχνολογίας για τη συνέχιση της λειτουργίας των επιχειρήσεων έχει επισπεύσει τη διαδικασία ψηφιοποίησης κατά πρωτοφανή και αιφνίδιο τρόπο. Παρά το ότι δεν αναμένεται η συνέχιση της τηλεργασίας στον βαθμό που αξιοποιήθηκε κατά την τελευταία διετία, εκτιμάται ότι ένα νέο μοντέλο υβριδικής εργασίας (συνδυασμός τηλεργασίας και φυσικής παρουσίας στο χώρο εργασίας) θα επικρατήσει σε αρκετά επαγγέλματα με εξαίρεση αυτά που η φυσική παρουσία των εργαζομένων επιβάλλεται λόγω της φύσης των εργασιών (π.χ. εργάτες παραγωγής στη μεταποίηση, εργαζόμενοι στον κατασκευαστικό τομέα, προσωπικό της εστίασης, κλπ.).
Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η ρύθμιση της εθελοντικής τηλεργασίας κατά τρόπο που θα παρέχει την απαιτούμενη ευελιξία προς όφελος των επιχειρήσεων και των εργαζομένων και που δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη για την συνέχιση της εφαρμογής της, μέσω ενός αυστηρού νομοθετικού πλαισίου.
Προς αυτό τον σκοπό, ο ρόλος των οργανώσεων των Κοινωνικών Εταίρων, δηλαδή της Ομοσπονδίας Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ), των συντεχνιών και του Υπ. Εργασίας, αναδεικνύεται περαιτέρω, για τη συνομολόγηση κλαδικών ή εταιρικών συμφωνιών που θα λαμβάνει ακριβώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε κλάδου ή επιχείρησης.
Ο κοινωνικός διάλογος θα είναι καίριας σημασίας για τον επανακαθορισμό της οργάνωσης της εργασίας, ειδικά στις άτυπες και στις νέες μορφές απασχόλησης αλλά και στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού, προκειμένου να ανταποκριθεί στα δεδομένα του κόσμου της εργασίας όπως έχουν διαμορφωθεί.
Σημαντικά κεφάλαια που βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο στο τραπέζι των διαβουλεύσεων και που θα πρέπει να επανακαθοριστούν μέσα στο σύγχρονο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, ώστε να συνάδουν με την σημερινή πραγματικότητα και τις αναπτυξιακές ανάγκες της οικονομίας και των επιχειρήσεων, είναι η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), ο εκσυγχρονισμός της Στρατηγικής Απασχόλησης Αλλοδαπών από Τρίτες Χώρες, και η ολοκλήρωση του διαλόγου για την θέσπιση εθνικού κατώτατου μισθού.
Βασική προϋπόθεση στην προσέγγιση των σημαντικών αυτών ζητημάτων είναι η διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος εργασιακών σχέσεων και της ευελιξίας που παρέχει στον καθορισμό των όρων απασχόλησης των εργαζομένων αλλά και στην επιτυχημένη διαχείριση κρίσεων, μέσω των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κοινωνικού διαλόγου.
Επιπλέον, η ρύθμιση των απεργιών στις ουσιώδεις υπηρεσίες κατά τρόπο που θα παρέχει αποτελεσματική προστασία από απεργίες που πραγματοποιούνται κατά παράβαση των εργασιακών θεσμίων και διαδικασιών, αποτελεί επιτακτική ανάγκη για την απρόσκοπτη διεξαγωγή του εμπορίου και τη διαφύλαξη της ασφάλειας και υγείας των πολιτών.
Τέλος, η ειρηνική ανανέωση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας νευραλγικών κλάδων της οικονομίας, που έχουν λήξει στα τέλη του 2021 ή που εκπνέουν εντός του 2022, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ταχύτερη επιστροφή στην ομαλότητα και την επίτευξη μιας βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Αντιλαμβανόμενη ότι οι τελικές αποφάσεις που θα ληφθούν για τα εν λόγω θέματα θα καθορίσουν το μέλλον των εργασιακών σχέσεων, η ΟΕΒ αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτά. Προβαίνοντας σε εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών της, η ΟΕΒ παραμένει πάντοτε δίπλα στις επιχειρήσεις, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για στήριξη, καθοδήγηση και ενίσχυση τους.
Ως υπέρμαχος των εργασιακών θεσμίων και του κοινωνικού διαλόγου, η ΟΕΒ θα συνεχίσει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση των προκλήσεων και στον εκσυγχρονισμό των εργασιακών σχέσεων, παραθέτοντας τις εμπεριστατωμένες απόψεις της και συμβάλλοντας εποικοδομητικά στην ανάπτυξη, πρόοδο και ευημερία του τόπου μας.
* Λειτουργός Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής, Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ)