Τις προάλλες άκουγα τον γενικό διευθυντή της ΟΕΒ στο ραδιόφωνο να λέει πως, ανάμεσα στα μέλη τους που έχουν «γονατίσει» από την πανδημία του κορωνοϊού, είναι οι κινηματογράφοι, που έκλεισαν τον Μάρτιο κι άνοιξαν ξανά έξι μήνες μετά, τον Σεπτέμβρη – αργότερα από κάθε άλλη επιχείρηση, αν δεν απατώμαι (τουλάχιστον από αυτές που επαναλειτούργησαν). Και το μεγαλύτερό τους πρόβλημα είναι πως φέτος, ελέω covid, δεν έχει και μεγάλη παραγωγή ταινιών, «περιμένουν μια – δυο αμερικάνικες ταινίες για να βγάλουν τη ζημιά που κάνουν όλο τον χρόνο», περιέγραψε γλαφυρά.

Τα ‘φερε έτσι η τύχη που, αν και ποτέ μου δεν υπήρξα ιδιαίτερα θεατρόφιλη, μετά την (πρώτη;) καραντίνα, το τελευταίο δίμηνο μόνο, πήγα σε τρεις θεατρικές παραστάσεις και μια προβολή ταινίας, όλες τους σε κλειστό χώρο, όλες τους με τον ασφυκτικό χωροταξικά, ψυχολογικά και οικονομικά για την επιχείρηση περιορισμό του 50%. Για άτομο που ζει πλέον στα όρια της υποχονδρίας εξαιτίας της πανδημίας, αυτή η νέα μου συνήθεια είναι μια μεγάλη υπέρβαση – δεν είναι δα και τόσο εύκολο ενώ φοβάσαι όποιον σου κοντεύει σε απόσταση μισού μέτρου, να αποφασίζεις κάθε τόσο να κλειστείς σε μια αίθουσα για ένα δίωρο με δεκάδες αγνώστους τριγύρω.

Κι όμως η εμπειρία υπήρξε όλες τις φορές εξαιρετική και ωφέλιμη και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Καταρχάς, και στους τέσσερις διαφορετικούς χώρους που επισκέφθηκα (ιδιωτικό, δημοτικό, δημόσιο), τα μέτρα τηρούνταν με υποδειγματική ακρίβεια και αγωνία, από τους ταξιθέτες, μέχρι τους σκηνοθέτες. Στον κινηματογράφο, μέχρι που μας χώρισαν μεσούσης της προβολής μια τετραμελή οικογένεια που καθόμασταν μόνοι σε μια γωνιά, επειδή έπρεπε, λέει, να καθόμαστε σε τριάδες! Στο θέατρο επίσης, αλλού μας κάθισαν μια παρέα σε δυάδες κι αλλού μας εξόρισαν στον εξώστη, για να μην πληγεί ούτε στο ελάχιστο η ενδεδειγμένη απόσταση. 

Περισσότερο όμως συγκράτησα αυτή την αγωνία των συντελεστών, να πάνε όλα καλά, τώρα που επιτέλους άνοιξαν, μην κλείσουν πάλι. Να φανούν συνεπείς και να αποδείξουν πως τους αξίζει να μείνουν ανοιχτοί και να παράγουν το έργο τους. Τη διακρίνεις την αγωνία στην ταξιθέτρια που φωνάζει για τις αποστάσεις στην ουρά του ποπ κορν, στην σκηνοθέτιδα που ανεβαίνει στο τέλος στη σκηνή και λέει «είναι δύσκολη σεζόν, αν σας αρέσαμε, πείτε στους φίλους σας να ‘ρθουν», στους ηθοποιούς που νιώθεις πως φέτος, μεσούσης της πανδημίας, δίνουν κάτι παραπάνω από το είναι τους για να κερδίσουν εκείνο το αμφίδρομα ανακουφιστικό χειροκρότημα. 

Κι είναι αυτή τους η αγωνία για το αύριο, για το μεροκάματο, για να καλύψουν τα «σπασμένα της χρονιάς» που περιέγραψε κι ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ, που σε συνδυασμό με την υπέρβαση των θεατών να επισκέπτονται σε πείσμα των καιρών έναν κλειστό χώρο για μια σταγόνα πολιτισμού, μας φέρνουν πιο κοντά, κοινό και δημιουργούς, φτιάχνοντας ένα πολύ όμορφο μίγμα, πολύ ζεστό κι ανθρώπινο – απ’ αυτά που τόσο μας λείπουν αυτή την εποχή της απομόνωσης. 

Θα ξαναπήγαινα, λοιπόν, θέατρο και σινεμά; Αναμφίβολα ναι. Το ίδιο συστήνω και σε εσάς.

Χρύστα ΤζάνηΣύμβουλος Επικοινωνίας.