To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Έκθεση της Έβελυν Αναστασίου στην γκαλερί eins
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Έκθεση της Έβελυν Αναστασίου στην γκαλερί eins
  09 Δεκεμβρίου 2019, 11:55 πμ  
Από τη συλλογή βιβλίων του Μπαχ «Το Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» προέρχεται ο τίτλος της ατομικής έκθεσης της Έβελυν Αναστασίου, που παρουσιάζεται στην γκαλερί eins, στη Λεμεσό. 
 
Η έκθεση με τίτλο «A Well-Tempered Clavier» ανοίγει την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου στις 7μ.μ. και θα διαρκέσει μέχρι τις 18 Ιανουαρίου. 

Εξερευνώντας τις διασταυρώσεις εικαστικών και ηχητικών στοιχείων όπως αυτές επηρεάζουν τις αντιλήψεις μας για την ιστορία και τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης, την κουλτούρα και την πνευματικότητα, η Έβελυν Αναστασίου μας προ(σ)καλεί να βιώσουμε τα πράγματα συναισθητικά. Όπως εισηγείται ο Ευαγόρας Βανέζης, αν σκεφτούμε (για) αυτό το δωμάτιο σαν να «πάσχουμε» από μια μορφή συναισθησίας, τη νευρολογική ανάμειξη των αισθήσεων, δραστηριοποιώντας αισθητηριακά, φαντασιακά και γλωσσολογικά φαινόμενα προς την κατεύθυνση μιας ζωηρής υλικότητας, θα βρεθούμε σε ένα χώρο όπου όλα τα όρια είναι διάτρητα και όπου η αίσθηση και το συναίσθημα αλληλοεπιδρούν με παραστάσεις και υλικότητες με μια διάθεση παρέμβασης・ ως επιθυμία ανακατανομής στοιχείων τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο.

Η Αναστασίου δημιουργεί μια χωρική συμφωνία διαμέσου μιας αλληγορικής αλυσίδας, με αναφορές το 1791, το έτος που παρουσιάστηκε «Ο Μαγικός Αυλός» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και το 1958, όταν ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν παρουσίασε το «Noye’s Fludde» (Κατακλυσμός του Νώε), μια όπερα που απευθύνεται σε ερασιτέχνες μουσικούς και κυρίως σε παιδιά. Τις δύο συνθέσεις ενώνει μια μυστικιστή χροιά και η χρήση της μουσικής ως στοιχείο πνευματικής εξέλιξης, διαφυγής και επιβίωσης. Η έρευνα της καλλιτέχνη την οδήγησε στο να αποκτήσει πρόσβαση, από την Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, στα πρωτότυπα του Μαγικού Αυλού. Εκεί ανακάλυψε μια σειρά «λαθών» –κομμάτια μουσικής γραφής που ο Μότσαρτ άφησε εκτός του τελικού αποτελέσματος και έτσι δεν ‘εντυπώθηκε’ στα αυτιά του κοινού το υλικό που αντιστοιχεί στη γραφική τους αναπαράσταση. Τα λίγα «λάθη» αποτελούν τη βάση για την παραγωγή μιας νέας παρτιτούρας και ενός ηχητικού κομματιού, που σαν αποσπασματική και ανυπάκουη υποσημείωση της όπερας της οποίας αποτελεί αναχρονιστικό πάρεργο, μεταφέρει από το τέλος του 18ου αιώνα στο σήμερα, τον ήχο μιας ασυμφωνίας-παραφωνίας. Το βουβό περιεχόμενο μεταφέρεται σαν μια κραυγή, μια ενστικτώδης αντίδραση που δημιουργεί μια αισθητική του (κοινωνικού) θυμού, μια πολιτική πράξη που με αναρχική διάθεση ανοίγει χώρο για την επαγρύπνηση των «αρμονικών» διατάξεων.

Ο Βανέζης προσθέτει σ' αυτή την αλυσίδα και το 1739 όταν ο Ντέιβιντ Χιουμ εκδίδει την «Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση», όπου παρομοιάζει τον ανθρώπινο νου με ένα εύθραυστο και γεμάτο ρωγμές σκάφος που πρέπει να ριχτεί «στην ανοικτή θάλασσα της ανθρώπινης φύσης» προκειμένου «να κάνει τον γύρο του κόσμου». «Το πρωσικό μπλε των ξυλογραφιών της Αναστασίου μας τοποθετεί σε αυτή την ανοιχτή θάλασσα» σημειώνει. «Τα παιδικά πρόσωπα που διακρίνονται στις ξυλογραφίες, εμπνευσμένες από φωτογραφίες παράστασης του Μπρίτεν και τυπωμένες πάνω σε επιφανείς προετοιμασμένες σαν να φιλοξενούσαν αγιογραφίες, ενώνονται με τις σβησμένες νότες του Μότσαρτ για να δημιουργήσουν ιδιότυπα blueprints που θίγουν ερωτήματα γύρω από το νόημα της εμπειρίας, τους τρόπους παραγωγής αντίληψης του χρόνου ως κάτι πέρα από μια χρονολογικά προσανατολισμένη εξελικτική διαδικασία, και την επανεξέταση των τρόπων με τους οποίους οι αισθήσεις και τα συναισθήματα μας βοηθούν να επεξεργαζόμαστε την ανοικειότητα που νιώθει ο άνθρωπος απέναντι στη ροή της ιστορίας, προκαλώντας μας σε μια αναδιατύπωση του μεταξύ-των-γραμμών διαστήματος».
 
Βιώνοντας το βάρος των διαδικασιών που καθορίζουν πολλά από αυτά που στο σήμερα αναγνωρίζουμε ως «φυσικώς αποδεκτά», αγνοώντας την αγιογραφική διάθεση της νοσταλγίας, οι σχέσεις μεταξύ ήχου και χρώματος μας εμπλέκουν σε ένα παιχνίδι με τους τρόπους που η οριακότητα των αισθήσεων γίνεται εργαλείο παγιοποίησης της κουλτούρας (γιατί σκεφτόμαστε την ‘όραση’, αντί για την όραση μαζί με την ακοή;), εργαλείο έκφρασης (πως μπορεί ένα ηχόχρωμα να δημιουργήσει-εκφράσει το όποιο συναίσθημα;) και μια προσπάθεια για συντονισμό διαφορετικών τονικοτήτων και συχνοτήτων (πως προσεγγίζουμε και ζούμε με το άλλο;).
 
Φωτογραφία: Αντίγραφο του «Μαγικού Αυλού», Ιδιόχειρη παρτιτούρα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, 1791, Κρατική Βιβλιοθήκη Βερολίνου. 

Πηγή: philenews
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...