Μια ταραχώδης προεδρία τελειώνει με ένα ταραχώδη τρόπο. Μετά από τέσσερα χρόνια βασισμένα στον φόβο, τα ψέματα, τον διχασμό και τον αποπροσανατολισμό ο Ντόναλντ Τραμπ παραπέμφθηκε για δεύτερη φορά για δίκη στη Γερουσία με την κατηγορία της υποκίνησης για εξέγερση, με αφορμή την πρωτοφανή εισβολή οπαδών του πριν από δέκα μέρες στο Καπιτώλιο.

Η συνέχεια αναμένεται ακόμη πιο συναρπαστική, καθώς θα αρχίσει η συζήτηση της  πρότασης για παραπομπή, μια μέρα πριν από την τελετή ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν, αλλά η ουσιαστική συζήτηση θα γίνει αφού θα αναλάβει τα καθήκοντά του ο νέος πρόεδρος. Και τότε το Σώμα, θα κληθεί να γράψει ιστορία, καταδικάζοντας για πρώτη φορά ένα πρόεδρο, που θα έχει αποχωρήσει από την εξουσία.

Οι επιπτώσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ αν συμβεί κάτι τέτοιο θα είναι πολύ μεγάλες. Όχι μόνο γιατί το τέλος της προεδρίας του θα είναι ατιμωτικό, ούτε γιατί θα χάσει τα προνόμια που εξασφαλίζει ένας Αμερικανός ηγέτης αποχωρώντας από το Λευκό Οίκο, αλλά γιατί δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να λάβει μέρος στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ. Ο ίδιος δεν έχει κρύψει τις βλέψεις του να είναι ξανά υποψήφιος το 2024. Ακόμη όμως και να μην συμβεί αυτό, επιθυμεί να συντηρήσει την επιρροή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είτε για να εξυπηρετεί τα οικονομικά του συμφέροντα είτε για να προωθήσει σε κάποια στιγμή ένα από τα παιδιά του, το πιο πιθανόν την Ιβάνκα στην προεδρία της χώρας. 

Την ίδια στιγμή όμως διάχυτοι είναι οι φόβοι ότι μπορεί να υποκινήσει και πάλι βίαια επεισόδια, ειδικά τώρα που έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον συναρθρώνεται εναντίον του. Οι φανατισμένοι οπαδοί του είναι έτοιμοι να κάνουν ό,τι τους πει, όπως φάνηκε ξεκάθαρα με τα δραματικά γεγονότα της εισβολής στο Καπιτώλιο. Ωστόσο, πλέον υπάρχει προηγούμενο και οι περισσότεροι λαμβάνουν τα μέτρα τους.

Μιλώντας στον Φιλελεύθερο ο Βασίλειος Σύρος Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας και Ιστορίας της Πολιτικής Σκέψης στα Πανεπιστήμια του Ελσίνκι και της Γιβάσκιλα επεσήμανε πως ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πως έχει πια πολύ περιορισμένα περιθώρια κινήσεων ειδικά μετά την κοινή δήλωση που εξέδωσε η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ, στην οποία καταδίκαζε όσα συνέβησαν στο Καπιτώλιο. «Ουσιαστικά έχει χάσει πια κάθε νομιμοποίηση και δεν θεωρώ ότι θα επιχειρήσει να υποδαυλίσει μια ακόμη εξέγερση ή φαινόμενα βίας», εξήγησε.

Πάντως, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αναμένεται πως θα βρεθεί ενώπιον μεγάλων διλημμάτων. Από τη μια έχει να κάνει με ένα πρόεδρο, ο οποίος ασκεί έλξη σε πολύ μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων του, όμως από την άλλη με τις πράξεις του και τα λόγια του βλάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Σχολιάζοντας ο Βασίλειος Σύρος επεσήμανε πως πολλοί Ρεπουμπλικάνοι άρχισαν να αποστασιοποιούνται από τον Ντόναλντ Τραμπ, ενδεχομένως όχι επειδή διαφωνούσαν με την πολιτική του αλλά επειδή το στυλ ηγεσίας του και, ειδικά, ο τρόπος επικοινωνίας του άρχισε να προκαλεί γενική δυσφορία. «Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά στελέχη και μια σημαντική μερίδα του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων οι οποίοι ενδόμυχα συμφωνούν με την ατζέντα Τραμπ, αλλά είναι συνετοί να διακρίνουν ότι το πλοίο βυθίζεται και αποφάσισαν να απεγκλωβιστούν. Εκτιμώ ότι το κόμμα έχει ικανά στελέχη και την απαραίτητα δυναμική να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο και να περιορίσει σταδιακά την επιρροή των διαβρωτικών τάσεων που καλλιέργησε ο απερχόμενος πρόεδρος», τόνισε. Η ιδεολογία που ενστερνίζεται ο απερχόμενος πρόεδρος θα παραμείνει ενεργή και αυτό είναι κάτι που θα βρουν απέναντί τους τα πιο μετριοπαθή στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. 

Και αυτό γιατί o λαϊκισμός παραμένει μια ανθεκτική δύναμη όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Η δύση της πολιτικής κυριαρχίας του Ντόναλντ Τραμπ δεν σημαίνει και δύση του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε μια τόσο σύνθετη χώρα, όπως είναι οι ΗΠΑ. Το έργο του επόμενου προέδρου, θα είναι επομένως πολύ δύσκολο εξαιτίας της «βαριάς» κληρονομιάς που θα πάρει από τον προκάτοχό του. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πανάκεια για την αντιμετώπιση του λαϊκισμού. Ο τραμπισμός αποτελεί όντως μια περίπτωση αποτελεσματικού λαϊκισμού, ο οποίος ωστόσο ήταν, κατά την άποψή μου, επιφανειακός και επιπόλαιος. Η ιστορία καταδεικνύει ότι η παιδεία, ο ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος και, βέβαια, η εμπλοκή των διανοούμενων στα πολιτικά πράγματα ενισχύουν τα αντισώματα του πολιτικού σώματος, για να μιλήσω με μεταφορικούς όρους ενάντια στον ιό του λαϊκισμού», εξήγησε ο Βασίλειος Σύρος. 

Ο τραμπισμός άλωσε τη φιλελεύθερη δημοκρατία και θα χρειαστεί να γίνουν πολύ περισσότερα από μια καταδίκη του Ντόναλντ Τραμπ ή και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για να κλείσουν οι πληγές που έχουν ανοίξει.

Απόρθητο φρούριο η Ουάσιγκτον

Λίγες μέρες απομένουν μέχρι την τελετή ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν που θα γίνει την Τετάρτη 20 Ιανουαρίου και η πρωτεύουσα των ΗΠΑ μοιάζει πλέον με απόρθητο φρούριο, μετά τους φόβους που προκάλεσε η εισβολή του εξοργισμένου όχλου στο Καπιτώλιο πριν από δέκα μέρες.

Ξενοδοχεία, αεροπορικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις της πόλης της Ουάσιγκτον έχουν αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας τους, ενώ πολλά καταστήματα ανακοίνωσαν πως θα παραμείνουν κλειστά. Η αεροπορική εταιρεία Delta Air Lines έθεσε από την περασμένη Παρασκευή νέους περιορισμούς στους επιβάτες που ταξιδεύουν στην Ουάσιγκτον., αφού δεν θα τους επιτρέπει να μεταφέρουν όπλα μέχρι την ημέρα της ορκωμοσίας. Στο ίδιο μήκος κύματος και η εταιρεία Airbnb που ειδικεύεται στην ενοικίαση καταλυμάτων σε ιδιώτες ανακοίνωσε ότι ακυρώνει και μπλοκάρει τις κρατήσεις στην πλατφόρμα της στην Ουάσιγκτον κατά την εβδομάδα της τελετής ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν.

Την ίδια ώρα έγινε γνωστό πως θα αναπτυχθούν σχεδόν 21.000 στρατιώτες της Εθνοφρουράς στους δρόμους της πρωτεύουσας τις προσεχείς ώρες, ενώ δεν αποκλείεται μέχρι τις 20 Ιανουαρίου, ο αριθμός τους να αυξηθεί. Η παρουσία χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών και η επιβολή εκτεταμένου lockdown, αναμένεται να μετατρέψει την αμερικανική πρωτεύουσα σε φρούριο, δίδοντας την εικόνα περισσότερο στρατιωτικής ζώνης και λιγότερο μίας πόλης που θα γιορτάσει την αλλαγή στην προεδρία. Την ημέρα της ορκωμοσίας οι δρόμοι γύρω από το Καπιτώλιο θα παραμείνουν κλειστοί και η υπηρεσία δημόσιων μέσων μεταφοράς της πόλης ανακοίνωσε ότι θα κλείσει ορισμένους σταθμούς του μετρό, ενώ ήδη υπάρχουν αλλαγές στα δρομολόγια λεωφορείων. 

Επίσης, το FBI διερευνά άτομα, τα οποία θα μπορούσαν να απειλήσουν την ασφάλεια της ορκωμοσίας, όπως δήλωσε ο διευθυντής του. «Ψάχνουμε για άτομα, τα οποία ενδεχομένως να προσβλέπουν σε επανάληψη της ίδιας βίας με αυτή που είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα» είπε προσθέτοντας πως έχουν εντοπιστεί περισσότεροι από 200 ύποπτοι και οι οποίοι είναι πλέον υπό στενή παρακολούθηση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σοβαρά προβλήματα, αλλά έχουν και μια ικανότητα για ανθεκτικότητα και μεταρρύθμιση που τις έχει σώσει στο παρελθόν. Τη δεκαετία του 1960, οι αμερικανικές πόλεις φλέγονταν από τις διαμαρτυρίες κατά του ρατσισμού και του πολέμου του Βιετνάμ, εκρήξεις βομβών σημειώνονταν σε πανεπιστήμια και κυβερνητικά κτίρια, ενώ δολοφονούνταν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Ρόμπερτ Κένεντι. Κι όμως, μια δεκαετία αργότερα ψηφιζόταν μια σειρά μεταρρυθμίσεων από το Κογκρέσο και η χώρα ανακτούσε την ελκυστικότητά της, χάρη στην ήπια ισχύ της.

Η ήπια ισχύς μιας χώρας προέρχεται βασικά από τρεις πηγές: τον πολιτισμό της, τις πολιτικές της αξίες όπως η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτική της. Το πώς μια κυβέρνηση συμπεριφέρεται στο εσωτερικό, σε διεθνείς θεσμούς και στην εξωτερική πολιτική καθορίζει το αν αποτελεί παράδειγμα για τους άλλους. Τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου ήταν φρικτά, αλλά η Αμερική μπορεί να τα ξεπεράσει.

Αντίθετα με τη σκληρή ισχύ (όπως οι ένοπλες δυνάμεις), πολλές πλευρές της ήπιας ισχύος είναι ανεξάρτητες από την κυβέρνηση ή ακόμη και από την πολιτική. Οι ταινίες του Χόλιγουντ, για παράδειγμα, που δείχνουν ανεξάρτητες γυναίκες ή διαμαρτυρόμενες μειονότητες, μπορεί να έλκουν πολύ κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει με τον ελεύθερο Τύπο ή την ελευθερία της έρευνας στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Οι εταιρείες, τα πανεπιστήμια, τα ιδρύματα, οι εκκλησίες και τα κινήματα διαμαρτυρίας αναπτύσσουν τη δική τους ήπια ισχύ που μπορεί να ενισχύσει την άποψη των άλλων για τη χώρα. 

Η 6η Ιανουαρίου του 2021 μπορεί όμως να μείνει στην ιστορία ως ένα σημείο καμπής που έπεισε ορισμένους πολιτικούς να αναλάβουν επιτέλους τις ευθύνες τους. Αν ο Τζο Μπάιντεν καταφέρει να δαμάσει την πανδημία, να αναβιώσει την οικονομία και να ηγηθεί ενός πολιτικού κέντρου που θα μειώσει την πόλωση, τότε αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι το τέλος και όχι η αρχή μιας επικίνδυνης πολιτικής περιόδου.

O Tζο Μπάιντεν κληρονομεί μια τετραπλή κρίση

Από την πρώτη στιγμή που θα αναλάβει ο Τζο Μπάιντεν θα κληθεί να κολυμπήσει στα βαθιά, αφού αφενός αναλαμβάνει την προεδρία σε μια εξαιρετικά κρίσιμη χρονική στιγμή και αφετέρου αφού θέλει να έλθει σε ρήξη με αρκετές από τις πολιτικές και πρακτικές του προκατόχου του.

Η νίκη των δύο Δημοκρατικών Γερουσιαστών στην Τζόρτζια του λύνει μερικώς τα χέρια, αφού αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί πως τουλάχιστον δεν θα έχει απέναντί του ένα εχθρικό Κογκρέσο μιας και οι Δημοκρατικοί έχουν την πλειοψηφία στη Βουλή αλλά και τη Γερουσία. Καθώς όμως πρόκειται για μια ισχνή πλειοψηφία, ειδικά στη Γερουσία, που την πλάστιγγα θα την γέρνει η ψήφος της αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις, θα χρειαστεί να προχωρεί σε συναινέσεις με τους Ρεπουμπλικανούς και να αναζητεί συνεχώς συμβιβαστικές λύσεις.

Τον περασμένο Νοέμβριο λίγο μετά την θεαματική νίκη του Τζο Μπάιντεν οι New York Times δημοσίευσαν ένα άρθρο του Αμερικανού συγγραφέα Αναντ Τζιριντχαράντας, ο οποίος παραλλήλιζε τον νεοεκλεγέντα με τον Λίντον Τζόνσον. Ο αρθρογράφος υπενθύμιζε ότι και οι δύο υποψήφιοι υπήρξαν αντιπρόεδροι ενός χαρισματικού προέδρου των Δημοκρατικών (του Τζον Κένεντι στην πρώτη περίπτωση, του Μπαράκ Ομπάμα στη δεύτερη), χωρίς να διαθέτουν τίποτα από τη δική τους λάμψη. Και οι δυο θεωρούνταν μάλλον διεκπεραιωτές, εργατικοί και κατά πάσα πιθανότητα και υποτονικοί. Παρ’ όλα αυτά, ο 36ος πρόεδρος των ΗΠΑ κατάφερε να αφήσει ένα σημαντικό αποτύπωμα και να προωθήσει μεγάλης κλίμακας προοδευτικές αλλαγές, όπως ο πόλεμος κατά της φτώχειας και οι νόμοι για τα δικαιώματα των μαύρων. Κάτι ανάλογο μπορεί κανείς να περιμένει από τον 46ο πρόεδρο.

Η μεγάλη δυσκολία για τον Τζο Μπάιντεν είναι ότι κληρονομεί μια ιστορικών διαστάσεων, τετραπλή κρίση (πανδημία, οικονομική ύφεση, φυλετικό, κλιματική αλλαγή) που απαιτεί ριζοσπαστικές αλλαγές από έναν ηγέτη ο οποίος έρχεται στην εξουσία κηρύσσοντας μετριοπάθεια και συμφιλίωση. Επιπλέον, από τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς τους συμμάχους μέχρι την αντιμετώπιση της Κίνας ή του Ιράν ο Τζο Μπάιντεν καλείται να βαδίσει σε ένα ναρκοπέδιο. «Ορισμένες από τις σημαντικές προκλήσεις πηγάζουν από το εσωτερικό των ΗΠΑ. Προβλήματα οικονομικής φύσης, η εξάπλωση της βίας και τα μεγάλα κενά και ανεπάρκειες στο υγειονομικό σύστημα που έχει φέρει στην επιφάνεια η επιδημία της Covid-19 είναι μερικές από τις βασικές προκλήσεις που θα κληθεί να χειριστεί ο νέος πρόεδρος. Συνάμα υπάρχει μια σειρά παραγόντων τους οποίους θα πρέπει να λάβει υπόψη του στο πεδίο των διακρατικών σχέσεων σε ένα ρευστό, ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, όπως οι τεταμένες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και, φυσικά, ο ανταγωνισμός με την Κίνα», ανάφερε ο Βασίλειος Σύρος.

Επιπλέον, ο Τζο Μπάιντεν, ενδεχομένως να κληθεί να πάρει θέση και στο θέμα της παραπομπής του Ντόναλντ Τραμπ. Προς το παρόν κρατά αποστάσεις και ζήτησε από τη Γερουσία να ανταπεξέλθει στις συνταγματικές της υποχρεώσεις όσον αφορά την διαδικασία, χωρίς όμως να κάνει οποιοδήποτε άλλο σχόλιο. Όπως και να έχει όμως, τα όσα δραματικά έζησαν οι ΗΠΑ στις 6 Ιανουαρίου έχουν καταβαραθρώσει το κύρος τους και έπληξαν την εικόνα της σε πολύ μεγάλο βαθμό και αυτό είναι ίσως κάτι που θα βρει απέναντί του ο νέος πρόεδρος. «Πρόκειται, αναμφίβολα για ένα σοβαρό πλήγμα στο γόητρο της χώρας ως προτύπου δημοκρατίας. Ωστόσο, ως ιστορικός δεν εκπλήσσομαι με όσα έγιναν: κάθε δημοκρατία έχει εγγενείς τάσεις εκφυλισμού τις οποίες πρέπει κανείς να είναι σε θέση να δαμάσει μέσω, για παράδειγμα, της παιδείας, αλλά και μεθόδων εποπτείας της άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Όσο απογοητευτικά και να είναι όσα συνέβησαν στο Καπιτώλιο, η άμεση ενεργοποίηση των μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας με κάνει να αισθάνομαι αισιόδοξος», κατέληξε ο Έλληνας ειδικός.