Έπραξε το αναμενόμενο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ανέπεμψε τον νόμο που ψήφισε πρόσφατα η Βουλή για τις παρακολουθήσεις τηλεφώνων, θεωρώντας ότι οι δύο τροπολογίες του Κωστή Ευσταθίου, που υπερψηφίστηκαν, «προκαλούν ουσιαστικά προβλήματα στην εφαρμογή του νόμου». 
 
Με χθεσινή επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής και μετά από γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εξηγεί ότι θα είναι δυσχερής η εξασφάλιση δικαστικών διαταγμάτων με βάση τον νέο νόμο, ενώ θα είναι πολύ εύκολο να ακυρωθούν δικαστικά διατάγματα παρακολούθησης ή ακόμα και καταδίκες που εδράζονται σε μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατόπιν παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας, για τυπικούς λόγους. Επιπλέον, τονίζει ότι το νέο άρθρο 8Β, που απαγορεύει παντελώς την παρακολούθηση συνομιλίας πελάτη με δικηγόρο, βρίσκεται σε αντίθεση με το Άρθρο 28 του Συντάγματος», αφού θέτει τους δικηγόρους σε ευνοϊκότερη θέση από άλλους πολίτες. 
 
 
Μετά την εξέλιξη αυτή, το θέμα θα συζητηθεί εκτάκτως σήμερα στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής και την ερχόμενη Παρασκευή θα πάει στην Ολομέλεια του Σώματος είτε για αποδοχή της αναπομπής είτε για απόρριψή της. Στην Επιτροπή Νομικών κλήθηκαν σήμερα να παρευρεθούν ο Γενικός Εισαγγελέας και ο υπουργός Δικαιοσύνης. 
 
Στην επιστολή, τονίζεται συγκεκριμένα ότι με την προσθήκη που έγινε στο άρθρο 8 για εισαγωγή της προϋπόθεσης να υπάρχει σοβαρός λόγος εκτός από την εύλογη υποψία, για να δικαιούται ένας αστυνομικός να ζητήσει την έκδοση διατάγματος παρακολούθησης τηλεφώνου από δικαστή, δυσχεραίνεται η αιτιολόγηση από το δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος, με μη νομολογημένα σωρευτικά κριτήρια. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Στην κρίση Εισαγγελέα οι παρακολουθήσεις

Επίσης, αναφέρεται, προστίθεται και νέα προϋπόθεση έκδοσης των αναφερόμενων δικαστικών διαταγμάτων, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει πλέον να αποδεικνύεται, κατά τρόπο που ικανοποιεί τον δικαστή, ότι η παρακολούθηση είναι αναγκαία προς εξιχνίαση ή αποτροπή ή διερεύνηση του αδικήματος ή αποτροπή του κινδύνου για την ασφάλεια της Δημοκρατίας ή η περαιτέρω παρακολούθηση είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Η νέα αυτή προϋπόθεση, αναφέρει ο Πρόεδρος στην επιστολή του, δυσχεραίνει κατά πολύ περισσότερο την αιτιολόγηση και τη δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων μιας και είναι αμφίβολο εάν μπορεί να ικανοποιηθεί ο όρος «αναγκαία» στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας.
 
 
Ένας άλλος λόγος που επικαλείται ο Πρόεδρος είναι το γεγονός πως το άρθρο 8 του νέου νόμου που τροποποιεί το άρθρο 7 του βασικού νόμου που αναφέρεται στο περιεχόμενο της αίτησης του αστυνομικού προς το δικαστήριο ψηφίστηκε ως είχε, με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκεται σε ασυμφωνία με τις επόμενες πρόνοιές του (άρθρου 8) οι οποίες έχουν τροποποιηθεί αφού δεν γίνεται αναφορά στον όρο «σοβαρός λόγος» που εισήχθη με την ψήφιση των τροπολογιών Ευσταθίου.
 
Αναφέρεται ακόμα πως με την απαγόρευση της παρακολούθησης κάθε επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, ακόμα και όταν αυτή περιέχει στοιχεία διάπραξης ποινικών αδικημάτων από άλλα άτομα, επεκτείνει κατά πολύ την καθ’ όλα αποδεκτή και σεβαστή προβλεπόμενη προστασία του επαγγελματικού απορρήτου των δικηγόρων. Τέλος, σημειώνεται η παρατήρηση ότι αυτός που θα παρακολουθεί κάποιο τηλέφωνο υπόπτου είναι εύκολο να υποπέσει σε ποινικό αδίκημα, αφού άθελά του θα παρακολουθεί και τη συνομιλία με τον δικηγόρο του, αφού εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να το γνωρίζει εκ των προτέρων.