Ένας-ένας όλοι όσοι αναφέρονται στα μηνύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας ή παραδόθηκαν στην Αστυνομία, θα κληθούν να δώσουν καταθέσεις για το αν γνωρίζουν κάτι για τα όσα τους αποδίδονται.

Πρώτος έδωσε κατάθεση ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης και ακολουθούν και άλλοι επώνυμοι, όπως πρώην υπουργοί, πρώην Δικαστές, πρώην αξιωματούχοι, ώστε να φανεί κατά πόσον είχαν οποιαδήποτε σχέση με τα όσα αναφέρονται. Οι ανακριτές, όπως έγραψε χθες ο «Φ», θέλουν να εξετάσουν τους ισχυρισμούς που αφορούν στην «Αδελφότητα των Ροδόσταυρων» μέσω της οποίας φέρονταν να διακινούνταν τεράστια ποσά. Ωστόσο, ουδείς δηλώνει ότι γνωρίζει ή άκουσε ποτέ για τέτοια Αδελφότητα. Την ίδια ώρα, αναμένονται τα στοιχεία από τις τράπεζες για το άνοιγμα λογαριασμών προσώπων που κατονομάζονται ότι διακινούσαν χρήματα στο εξωτερικό μέσω της «Σάντης» ώστε να ξεκαθαρίσει και αυτό το κεφάλαιο.

Παράλληλα, γίνονται εξετάσεις για όλες τις βασικές πτυχές της υπόθεσης και να καλυφθούν τα ζητήματα που θίγονται. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται ούτε ένας ισχυρισμός, τουναντίον εντοπίζονται στοιχεία που δείχνουν ότι τα πλείστα ήταν κατασκεύασμα της «Σάντης», η οποία φαίνεται πως έπαιρνε μια μικρή αλήθεια και την περιτύλιγε με ιστορίες που εντόπιζε στο διαδίκτυο. Αυτό που θα γίνει προσπάθεια να ξεκαθαριστεί, είναι πώς προέκυπταν ξαφνικά ονόματα που δεν ήταν καν γνωστά ή δεν θα ανέμενε κανείς να τα γνωρίζει μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, όπως ο Γιώργος Μυλωνάκης, ο Νταν Ντίλιαν ή ο Μορφάκης Σολομωνίδης.

Την ίδια ώρα, παραμένουν ανοικτά τα ζητήματα που αφορούν τα sms τα οποία στάλθηκαν για έλεγχο στην Europol και η άφιξη πρακτόρων του FBI για να προβούν σε ανάλυση των καταθέσεων και να σκιαγραφήσουν το προφίλ της «Σάντης».

Ανοίγοντας τον κύκλο των καταθέσεων από επώνυμα πρόσωπα, ανακριτές είχαν προχθές συνάντηση στη Λεμεσό, με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, στο γραφείο του. Σύμφωνα με πληροφορίες, στη συνάντηση ο τέως Πρόεδρος κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα των ανακριτών που αφορούν συγκεκριμένα μηνύματα και αναφορές που τον εμπλέκουν στο πλαίσιο της υπόθεσης. Ο ίδιος φέρεται να δήλωσε άγνοια ως προς το γιατί το όνομά του χρησιμοποιήθηκε σε σχετικές επικοινωνίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ, σε ερώτηση για την Αδελφότητα, τόνισε ότι η μόνη αδελφότητα που γνωρίζει είναι «εκείνη των ανάρμοστων». Σε δηλώσεις του στο ΡΙΚ και την εκπομπή «Ενημέρωση Τώρα», ο κ. Αναστασιάδης είπε ότι «ο Δρουσιώτης λέει ότι την ώρα που έκανα σχόλιο ότι μας παρακολουθούν, κτύπησε το τηλέφωνο ο κ. Ντίλιαν. Είναι για γέλια ή και για κλάματα η ιστορία», πρόσθεσε. Στο ερώτημα εάν παρέδωσε κάτι στην Αστυνομία, ο κ. Αναστασιάδης ξεκαθάρισε ότι ενόσω ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ουδέποτε χρησιμοποίησε το κινητό του τηλέφωνο, ενώ με την προσωπική του συσκευή τηλεφωνούσε μόνο με απόκρυψη.

Πέραν του κ. Αναστασιάδη δεν κατέθεσε άλλος «επώνυμος» χθες, αφού οι ανακριτές ασχολούνται με την μελέτη του μαρτυρικού υλικού, των ενεργειών που θα γίνουν τις επόμενες ημέρες και το πώς θα κινηθούν για να καλύψουν τα ανοιχτά ζητήματα.

Θέμα μη εποπτείας της έρευνας από Ν. Κληρίδη

Το Ανώτατο Δικαστήριο επεφύλαξε χθες την απόφασή του στο αίτημα του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης για ακύρωση του εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε για τα υποστατικά του, στο πλαίσιο της υπόθεσης «Σάντης». Ζητείται, επίσης, να απαγορευθεί στην Αστυνομία η επεξεργασία των δεδομένων που παραλήφθηκαν και να μην μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

Ο εκ των δικηγόρων του αιτητή, Χρίστος Κληρίδης, χαρακτήρισε την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για περίπτωση που αφορά έρευνα σε δικηγορικό γραφείο και, κατ’ επέκταση, τη σχέση πελάτη – δικηγόρου. Μέσα στις ασφαλιστικές δικλίδες που το Δικαστήριο πρέπει να θέτει είναι ο διορισμός τρίτου προσώπου μέλους του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου το οποίο θα πρέπει να επιβλέπει την εκτέλεση του εντάλματος. Είναι η μοναδική ασφαλιστική δικλίδα που πρέπει να τίθεται αλλά δεν τέθηκε». Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι όροι που τέθηκαν στο ένταλμα δεν αποτελούσαν ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλίδες, αλλά απλή επανάληψη των όσων ήδη προβλέπει η νομοθεσία. Αναφέρθηκε, επίσης, στο προσωπικό τηλέφωνο του Νίκου Κληρίδη, υποστηρίζοντας ότι η παραλαβή και η κλωνοποίησή του εγείρουν σοβαρά ζητήματα σε σχέση με το δικηγορικό απόρρητο και το απόρρητο της επικοινωνίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κλωνοποίηση του τηλεφώνου δικηγόρου είναι ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα, καθώς, όπως υποστήριξε, ισοδυναμεί ουσιαστικά με πρόσβαση στην αλληλογραφία του, τόσο σε ότι αφορά πελάτες όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο κ. Κληρίδης χειρίζεται και υποθέσεις στις οποίες αντίδικος είναι η Αστυνομία, παραπέμποντας ενδεικτικά στην υπόθεση της Ανδριάνας Νικολάου, για να υποστηρίξει ότι το ζήτημα είναι ακόμη πιο ευαίσθητο και χρήζει δικαστικής κρίσης.

Σε άλλο σημείο της αγόρευσής του, ο Χρίστος Κληρίδης ανέφερε ότι ενώ η Αστυνομία δεν θεωρεί ως ύποπτο τον Ν. Κληρίδη, το Δικαστήριο, προχώρησε σε δική του αξιολόγηση και ουσιαστικά του απέδωσε τέτοιο ρόλο. Η θέση της πλευράς Κληρίδη ήταν ότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο ξεπέρασε τα όρια της αρμοδιότητάς του και προχώρησε πέραν όσων προέκυπταν από το ίδιο το υλικό της Αστυνομίας.

Στην αγόρευση του, ο Αλέξανδρος Κληρίδης επικεντρώθηκε στο κατά πόσο η ένορκη δήλωση της Αστυνομίας παρείχε επαρκή σύνδεση ανάμεσα στα υποστατικά που ερευνήθηκαν και στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Υποστήριξε, επίσης, ότι η διευκόλυνση των αστυνομικών εξετάσεων δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει ένα τέτοιο ένταλμα, ιδίως όταν υπήρχε ήδη επικοινωνία του Νίκου Κληρίδη με τις Αρχές. Παράλληλα, αμφισβήτησε το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε πράγματι ικανοποιηθεί με τον τρόπο που απαιτεί ο νόμος ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος.

Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η απόφαση επιφυλάχθηκε.