Κάθε χρόνο, σχεδόν 20 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως διαγιγνώσκονται με κάποια μορφή καρκίνου. Στην Κύπρο, τα νέα περιστατικά εκτιμώνται μεταξύ 4.500 και 5.000 ετησίως. Σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη, που δόθηκε στη δημοσιότητα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου, σχεδόν το 40% των νέων περιστατικών αποδίδεται σε αποτρέψιμους παράγοντες και θα μπορούσε να είχε προληφθεί. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται το κάπνισμα, οι λοιμώξεις και η κατανάλωση αλκοόλ.

Η μελέτη καταγράφει ότι από τα 18,7 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου παγκοσμίως το 2022, περίπου 7,1 εκατομμύρια (38%) συνδέθηκαν με αιτίες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Σχεδόν τα μισά από αυτά αφορούσαν καρκίνο του στομάχου, του πνεύμονα και του τραχήλου της μήτρας.

Το κάπνισμα αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος αποτρέψιμος παράγοντας κινδύνου και αναφέρεται ως ο κύριος παράγοντας για το περίπου 15% των περιπτώσεων που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί. Ακολουθούν οι λοιμώξεις με 10%, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ ευθύνεται για περίπου 3%.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα μπορούν να αξιοποιηθούν για πιο στοχευμένες στρατηγικές πρόληψης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε περιοχής και όχι μέσα από μια ενιαία, οριζόντια προσέγγιση. Όπως τονίζουν, «η ενίσχυση των πολιτικών για τον περιορισμό του καπνίσματος, την πρόληψη και αντιμετώπιση των λοιμώξεων και τη μείωση της επιβλαβούς κατανάλωσης αλκοόλ θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το παγκόσμιο φορτίο του καρκίνου».

Στην ανάγκη για εφαρμογή σωστών και στοχευμένων πολιτικών πρόληψης, αναφέρθηκε στο πλαίσιο δημοσιογραφικής διάσκεψης που έδωσε χθες, η Μόνιμη Επιτροπή για τον Καρκίνος της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, η τέως Ευρωπαία Επίτροπος Υγείας Στέλλα Κυριακίδου: «Ο καρκίνος δεν είναι μόνο ιατρικό ζήτημα. Είναι και πολιτικό, και ως πολιτικό ζήτημα δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο». Όπως ανέφερε, η πιθανότητα να νοσήσει κάποιος, να διαγνωστεί έγκαιρα και να λάβει ποιοτική θεραπεία δεν καθορίζεται μόνο από τη βιολογία, αλλά και από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες και πολιτικές αποφάσεις. Η πρόληψη, υπογράμμισε, δεν είναι μόνο ατομική επιλογή, αλλά και κρατική ευθύνη.

«Μοναδικοί στη μοναδικότητα»

«Ο καρκίνος μπορεί να έχει ένα όνομα, αλλά καμία εμπειρία δεν είναι ίδια με μια άλλη», τόνισε από πλευράς του ο Αντώνης Τρύφωνος, εκ μέρους της Μόνιμης Επιτροπής Καρκίνου. «Κάθε ασθενής, κάθε οικογένεια, κάθε φροντιστής κουβαλά τη δική του ιστορία. Άλλος φόβο. Άλλος ελπίδα. Άλλος θυμό. Άλλος δύναμη. Και συχνά, όλα μαζί». Όπως τόνισε, στον χώρο της υγείας γίνεται συχνά λόγος για αριθμούς, θεραπείες και πρωτόκολλα, «όλα απαραίτητα. Όμως πίσω από κάθε διάγνωση υπάρχει ένας άνθρωπος, πίσω από κάθε θεραπεία μια καθημερινότητα και πίσω από κάθε περιστατικό μια ζωή».

Οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον καρκίνο και βγήκαν νικητές συγκλονίζουν. Δύο γυναίκες έστειλαν το δικό τους μήνυμα στην κοινωνία.

«Είμαι επιζήσασα. Και στέκομαι εδώ ως απόδειξη ότι η ελπίδα αντέχει, η ίαση είναι δυνατή και η ζωή μετά τον καρκίνο υπάρχει». Η Αντιγόνη Λουκά περιέγραψε τη στιγμή της διάγνωσης ως μια αναμέτρηση με τον φόβο της αλλαγής και της θνητότητας, ιδιαίτερα ως νέα μητέρα. «Ο φόβος μήπως φύγω και δεν δω το παιδί μου να μεγαλώνει έγινε τελικά η μεγαλύτερή μου δύναμη», ανέφερε.

Η Χριστίνα Δημητρίου μίλησε για τη δική της διαδρομή, από τη διάγνωση και τις χημειοθεραπείες μέχρι τη στιγμή που μπόρεσε να πει «είμαι επιζήσασα». Για την απώλεια των μαλλιών, τα χειρουργεία, τις σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες, αλλά και για τη δύναμη που ανακάλυψε μέσα της. «Ο καρκίνος μού πήρε πολλά, αλλά μου χάρισε και απρόσμενα δώρα. Έμαθα να εκτιμώ τη ζωή αλλιώς. Να μετρώ τις στιγμές. Να συνεχίζω, ακόμα κι όταν φοβάμαι». Και κατέληξε: «Ο καρκίνος άλλαξε τη ζωή μου, αλλά δεν με καθόρισε. Είμαι κάτι περισσότερο από τη διάγνωσή μου. Είμαι επιζήσασα».

Ελπίδα μέσα από τους αριθμούς αλλά και ανισότητες

Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine αναδεικνύει έντονες γεωγραφικές και κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Από τα 9,2 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου στις γυναίκες, περίπου 30% εκτιμάται ότι θα μπορούσε να είχε προληφθεί, με σημαντικό ποσοστό να συνδέεται με λοιμώξεις, όπως ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ιδιαίτερα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Αντίθετα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και η Βόρεια Αμερική, το κάπνισμα αποτελεί τον κυριότερο αποτρέψιμο παράγοντα κινδύνου, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες.

Στους άνδρες, το κάπνισμα είναι, επίσης, ο βασικός αποτρέψιμος παράγοντας παγκοσμίως, ευθυνόμενο για σχεδόν το 25% των 4,3 εκατομμυρίων αποτρέψιμων περιστατικών, ενώ δεύτερη αιτία παραμένουν οι λοιμώξεις, κυρίως σε περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής.

Η μελέτη ανέλυσε 36 διαφορετικούς τύπους καρκίνου σε 185 χώρες, αξιοποιώντας παγκόσμια επιδημιολογικά δεδομένα για το 2022. Παράλληλα, εξέτασε 30 τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, δηλαδή παράγοντες που μπορούν να ελεγχθούν ή να περιοριστούν, μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

«Έχουμε τη γνώση, λείπει ο μηχανισμός»

Η κ. Κυριακίδου, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη για λειτουργία ενός εθνικού μηχανισμού ο οποίος θα συντονίζει την κρατική πολιτική για τον καρκίνο, παραπέμποντας βεβαίως στην ίδρυση του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου. «Σήμερα, η αντιμετώπιση του καρκίνου στη χώρα μας παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένη. Υπάρχουν άξιοι επαγγελματίες υγείας και εξαιρετικές σύγχρονες δομές. Αυτό που λείπει είναι ένας ενιαίος, θεσμικός μηχανισμός που να σχεδιάζει, να συντονίζει και να αξιολογεί συνολικά την πολιτική για τον καρκίνο. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η δημιουργία Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου».

Ωστόσο, τόνισε, «η σύσταση του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου δεν μπορεί να είναι τυπική. Είναι ευθύνη όλων μας, υπουργείου Υγείας, Βουλής, Φορέων, να διασφαλίσουν ότι το Ινστιτούτο θα εξυπηρετεί πραγματικά τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργείται. Και αυτό προϋποθέτει: Σαφές και ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, επαρκή και σταθερή χρηματοδότηση, λειτουργική ανεξαρτησία, διαφάνεια και λογοδοσία και ουσιαστικό μηχανισμό παρακολούθησης και αξιολόγησης. Στην Κύπρο, έχουμε τη γνώση. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι πολιτική βούληση. Γιατί ο καρκίνος δεν είναι μόνο ιατρική μάχη».