Η υφήλιος επιδόθηκε από τις αρχές της πανδημίας σε μια κούρσα κατασκευής εμβολίων κατά του κορωνοϊού. Ένα χρόνο μετά και ενώ οι εμβολιασμοί έχουν ήδη αρχίσει, σε εξέλιξη εξακολουθούν να βρίσκονται δεκάδες κλινικές δοκιμές, ενώ οι αρμόδιοι φορείς αξιολόγησης, παραλαμβάνουν συνεχώς αιτήσεις από τις κατασκευάστριες εταιρείες για έγκριση των εμβολίων τους.
Η μάχη για την κατασκευή εμβολίων, όλο αυτό το διάστημα έχει επισκιάσει σε μεγάλο βαθμό άλλες δεκάδες μελέτες και δοκιμές που επίσης βρίσκονται σε εξέλιξη και αφορούν την κατασκευή αντιικών φαρμάκων, για τον κορωνοϊό. Το ερώτημα που τίθεται ανά το παγκόσμιο από εκατομμύρια απλούς πολίτες είναι απλό: Γιατί εμβόλια και όχι φάρμακα;
Η απάντηση θα μπορούσε να δοθεί σε μια μόνο πρόταση: επειδή τα φάρμακα δεν λειτουργούν προληπτικά αλλά χρησιμοποιούνται μετά την ανάπτυξη της νόσου και η εξάπλωση του κορωνοϊού ανά την υφήλιο, επιβάλλει πιο δραστικές λύσεις.
Μιλώντας στον «Φ», ο αναπληρωτής καθηγητής Φαρμακολογίας, Χρίστος Πέτρου, εξήγησε ότι η νόσος Covid-19, είναι μια «πολυπαραγοντική και πολυσυστηματική νόσος, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται και χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της σκευάσματα, ανάλογα με τα διάφορα στάδια της». Με απλά λόγια, ένας ασθενής με κορωνοϊό μπορεί να αναπτύξει συμπτώματα ή και να παρουσιάσει βλάβες σε πολλά διαφορετικά όργανα και την ίδια ώρα, από τη μέχρι τώρα εμπειρία διαπιστώνεται, ότι η νόσος παρουσιάζεται με πολλούς και διαφορετικούς μηχανισμούς. Για το λόγο αυτό και η αντιμετώπιση της γίνεται πολλές φορές, μια διαφορετική φαρμακευτική αγωγή.
Είναι σημαντικό, είπε, «να υπάρχουν αντιϊκά φάρμακα που να αντιμετωπίζουν τον ιό και να μειώνουν την εκδήλωση ή/και την εξέλιξη της νόσου».
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Κορωνοϊός: Παγκόσμια κούρσα για εμβόλια και φάρμακα
- Τα 3 φάρμακα κατά του κορωνοϊού – Τι γίνεται με το εμβόλιο
- Γερμανία: Νέο πολλά υποσχόμενο φάρμακο κατά της Covid-19
Μέχρι τώρα, «το μόνο αντιϊκό σκεύασμα που έχει λάβει άδεια είναι η ρεμδεσιβίρη. Στο σκεύασμα αυτό, έχει παραχωρηθεί άδεια υπό όρους για τη θεραπευτική αγωγή σε ενήλικες και εφήβους άνω των 12 χρόνων με πνευμονία, οι οποίοι χρειάζονται συμπληρωματικό οξυγόνο». Το φάρμακο, αυτό όμως, «αξιολογείται ξανά, ενώ δεν υπάρχουν ακόμα δεδομένα για την αξία του στα πρώτα στάδια της λοίμωξης».
Δυστυχώς, πρόσθεσε ο κ. Χρίστου, «δεν έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής κανένα άλλο φάρμακο να έχει δράση έναντι του κορωνοϊού και να μπορεί να ληφθεί από άτομα θετικά στον ιό, ώστε να αποτρέπεται η εισαγωγή τους σε νοσηλεία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της γρίπης Α’».
Στον κατάλογο, ωστόσο, των υποψήφιων φαρμακευτικών ουσιών, για την αντιμετώπιση της νόσου που προκαλεί ο κορωνοϊός, άρχισε να εντάσσεται προσφάτως και η πλιτιδεψίνη. «Πρόσφατες έρευνες από την Ισπανία, δείχνουν ότι η πλιτιδεψίνη παρουσιάζει σημαντική αντιική δράση, μειώνοντας το ιίκό φορτίο και όπως όλα δείχνουν οι προσπάθειες, θα προχωρήσουν τώρα στο στάδιο των κλινικών μελετών».
Μέρος της λύσης κι όχι η λύση τα μονοκλωνικά αντισώματα
Παράλληλα, αυτό το διάστημα γίνεται πολύς λόγος για τα μονοκλωνικά αντισώματα. «Κάποια μονοκλωνικά αντισώματα που έχουν αναπτυχθεί, δοκιμάστηκαν σε μικρής κλίμακας κλινικές μελέτες και χρησιμοποιούνται περιορισμένα στις ΗΠΑ (το περιβόητο κοκτέιλ Tραμπ της Regeneron, καθώς και τα αντισώματα της Eli-Lilly)».
Δίνονται σε ασθενείς άνω των 12 ετών με ήπια έως μέτρια μορφή της νόσου που δεν νοσηλεύονται, αλλά «κρίνονται υψηλού κινδύνου». Σύμφωνα με τον καθηγητή, «θα μπορούσαν να είναι μέρος της λύσης και σε καμιά περίπτωση η λύση του προβλήματος». Πρόκειται, είπε, «για ακριβές θεραπείες, περιορισμένης διαθεσιμότητας που χρειάζονται ειδικό χειρισμό και χορήγηση (ενέσιμα)». Για ένα από αυτά έχει ξεκινήσει η διαδικασία κυλιόμενης αξιολόγησης από τον ΕΜΑ.
Τα μονοκλωνικά αυτά αντισώματα, «μπορούν να εξουδετερώσουν τον ιό αφού κάποιος νοσήσει. Δεν έχουν δηλαδή προφυλακτική χρήση, ενώ βρετανικές μελέτες δείχνουν ότι οι θεραπείες αυτές δεν αποτελεσματικές σε μία ή περισσότερες παραλλαγές του ιού, αφού αναγνωρίζουν συγκεκριμένη περιοχή μιας πρωτεΐνης του ιού. Αν η περιοχή μεταλλαχθεί και αλλάξει δομή, τότε το αντίσωμα θα δεν είναι αποτελεσματικό».
Όλα αυτά (φάρμακα και αντισώματα), τόνισε κ. Χρίστου, «θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επαναλαμβάνω τον ιό και να μειώνουν την εκδήλωση ή/και την εξέλιξη της νόσου, αλλά δεν έχουν προφυλακτική δράση».
Από την άλλη, «τα εμβόλια «μαθαίνουν» τον οργανισμό να αναπτύξει άμυνα και να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει/εξουδετερώσει τον ιό όταν προσβάλει τον οργανισμό». Παρέχουν πολλαπλή προστασία «και τα εμβόλια που τώρα έχουμε στη διάθεσή μας προκαλούν την παραγωγή από τον οργανισμό της πρωτεΐνης ακίδας, την οποία αναγνωρίζει ως ξένη ο οργανισμός μας, και δημιουργεί πολλά αντισώματα έναντι πολλών περιοχών του μορίου της».
Ένα εμβόλιο όμως, τόνισε ο καθηγητής, «θεωρείται αποτελεσματικό, μόνο εάν εμποδίζει τους ανθρώπους να υποστούν οποιοδήποτε βαθμό ασθένειας».
Οι κλινικές μελέτες για τα εμβόλια, «μετρούν την εκδήλωση συμπτωμάτων μετά την εμβολιασμό και βάσει αυτού μετρούν την αποτελεσματικότητα και ήδη γνωρίζουμε ότι έχουν μηδενιστεί οι θάνατοι στις μελέτες, ενώ έχει μειωθεί δραστικά και ο αριθμός των ατόμων που χρήζουν ενδονοσοκομειακής περίθαλψης».
Εν κατακλείδι, είπε, «δεν πρέπει όμως, να παραβλέπουμε και τις μεταλλάξεις του κορωνοϊού». Σε ό, τι αφορά τα αντιικά φάρμακα. «οι μεταλλάξεις θα δύνανται να αλλοιώσουν την αποτελεσματικότητα κάποιων αντιίκων φαρμάκων, μονόκλωνων αντισωμάτων», ενώ την ίδια ώρα «οι νέες τεχνολογίες ανάπτυξης εμβολίων μπορούν να δίνουν εμβόλια που να αντιμετωπίζουν τις μεταλλάξεις σε σύντομο χρόνο.