«Η περιεκτική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (ΠΣΔ) δεν εφαρμόζεται επαρκώς στα δημόσια σχολεία της Κύπρου εξαιτίας διαφόρων θεσμικών και οργανωτικών προκλήσεων που καλείται το υπουργείο Παιδείας να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί και που φαίνεται να επηρεάζουν παράλληλα την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών να διδάσκουν αποτελεσματικά, τα σχετικά θέματα», ανέφερε μεταξύ άλλων στον «Φ» η καθηγήτρια Οικιακής Οικονομίας στη Μέση Εκπαίδευση με ειδίκευση στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση Βασιλική (Σύλια) Λουκαΐδου, διδάκτωρ Επιστημών Αγωγής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η διατριβή που πρόσφατα ολοκληρώθηκε έχει τίτλο: «Η διερεύνηση των παραγόντων που σχετίζονται με την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας  εκπαίδευσης να διδάξουν θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στη δημόσια εκπαίδευση της Κύπρου». H συγγραφή της διήρκεσε 8 χρόνια έρευνας και μελέτης, παράλληλα με τα εκπαιδευτικά, αλλά και τα γονεϊκά καθήκοντα της συγγραφέως που είναι μητέρα δύο κοριτσιών 7 και 5 χρονών. Τα κύρια ερευνητικά ερωτήματα της διδακτορικής διατριβής ήταν τα ακόλουθα: «Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τον βαθμό ετοιμότητας των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία θεμάτων ΠΣΔ; Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στη διδασκαλία και στη διαχείριση θεμάτων ΠΣΔ;». 

Η δρ Λουκαΐδου εξηγεί ότι η εκπαιδευτική ετοιμότητα διαφέρει από την εκπαιδευτική επάρκεια, καθώς δεν αναφέρεται στις γνώσεις αλλά στην ικανότητα μετουσίωσης της θεωρητικής, επιστημονικής, διδακτικής και της ερευνητικής ικανότητας σε ικανότητα εκπαιδευτικής πράξης. Όπως μας ανέφερε, τα αποτελέσματα της διδακτορικής της έρευνας «μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα στην προώθηση και υποστήριξη της εφαρμογής του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, σε όλες τις βαθμίδες της Δημοτικής, Μέσης και Τεχνικής Εκπαίδευσης στα δημόσια αλλά και στα ιδιωτικά σχολεία, περιλαμβανομένων και των Πανεπιστημίων μας, καθώς η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (ΣΔ) είναι πολύ σημαντική για την υγιή σεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών και εφήβων και κατ’ επέκταση του συνολικού πληθυσμού. Η αναγκαιότητα για ΠΣΔ βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και προσεγγίζει τη σεξουαλικότητα ολιστικά και εντός του πλαισίου της γνωστικής, σωματικής, συναισθηματικής και κοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών και των εφήβων.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση: Ενημέρωση για εργαστήρια δεξιοτήτων ζητά η ΠΟΕΔ

Ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού στην εκπαιδευτική πράξη – πρόσθεσε – έχει χαρακτηριστεί ως ο ρόλος του «ενορχηστρωτή της εκπαιδευτικής διαδικασίας και πομπού κάθε είδους μηνυμάτων» και γι’ αυτό τον λόγο ο ρόλος των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία και στη διαχείριση ζητημάτων που άπτονται της περιεκτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης είναι κομβικός και πολυσήμαντος στην αποτελεσματική διδασκαλία της. Ευελπιστώ ότι η εκπαιδευτική κοινότητα της Κύπρου και όλοι οι εμπλεκόμενοι θα μελετήσουν τα πορίσματα και τις εισηγήσεις της διατριβής μου, ώστε με τον εντοπισμό των κενών που υπάρχουν, να γίνει σωστή προεργασία για να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η περιεκτική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση σε όλα τα σχολεία της Κύπρου. Υπάρχει η προθυμία, υπάρχει το αναλυτικό πρόγραμμα με καλό περιεχόμενο, υπάρχουν τα εγχειρίδια και οι επιμορφώσεις. Αν αυτά βελτιωθούν και δοθούν οι σωστές διδακτικές περίοδοι, τότε θα έχουμε τη σωστή περιεκτική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση».

Καλό βήμα η θεσμοθέτηση της ΣΔ

Όπως προκύπτει από τη διδακτορική έρευνα, η αναγκαιότητα της εφαρμογής της ΠΣΔ στα δημόσια σχολεία της Κύπρου κρίνεται ως επιτακτική σύμφωνα με τους/τις συμμετέχοντες/ουσες της διδακτορικής έρευνας, καθώς υποστηρίζουν πως η ΠΣΔ βοηθά τα παιδιά και τους έφηβους να αποκτήσουν σχετικές γνώσεις και δεξιότητες που θεωρούνται απαραίτητα εφόδια για την επίτευξη της καλής σωματικής, ψυχικής, συναισθηματικής και κοινωνικής τους υγείας.

Γι’ αυτό και φάνηκε ότι συμφωνούν με τις συστάσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές για την κάθε ηλικία (από 4 ετών μέχρι 18 ετών) διεθνών οργανισμών και φορέων όπως η Εκπαιδευτική Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών (UNESCO) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO). Η δρ Λουκαΐδου δηλώνει ικανοποίηση σε σχέση με την ψήφιση πρότασης νόμου του βουλευτή του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών Χαράλαμπου Θεοπέμπτου αναφορικά με τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, καθώς αυτή ήταν μια από τις ανάγκες των εκπαιδευτικών ώστε αυτοί να νιώθουν «κατοχυρωμένοι» για να διδάσκουν χωρίς ανησυχίες τα θέματα ΣΔ. Περαιτέρω τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι προκλήσεις και δυσκολίες αφορούν όχι μόνο στην απουσία θεσμοθέτησης, αλλά και στην απουσία αξιολόγησης και λογοδοσίας σε σχέση με την εφαρμογή της ΠΣΔ, στον μειωμένο διαθέσιμο διδακτικό χρόνο εξαιτίας του υφιστάμενου ωρολογίου προγράμματος και στην ανάγκη αναδιαμόρφωσης του αναλυτικού προγράμματος. Καταδεικνύουν επίσης ότι πρέπει να ενισχυθεί ο υποστηρικτικός και καθοδηγητικός ρόλος των συμβούλων, να λειτουργήσει ο θεσμός του μέντορα. Σημαντική επίσης είναι η εφαρμογή μίας ουσιαστικής επιμόρφωσης προς όλους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς ανεξαρτήτως της ειδικότητας, ώστε να διαμορφωθεί η κουλτούρα υγείας η οποία να στηρίζει τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα των ατόμων. Αυτοί είναι ορισμένοι από τους σημαντικούς θεσμικούς και οργανωτικούς παράγοντες, οι οποίοι φαίνεται να είναι αλληλένδετοι με τους ατομικούς παράγοντες που αναδείχθηκαν στην έρευνα και που επηρεάζουν εξίσου την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών να διδάσκουν και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά θέματα ΠΣΔ. Οι ατομικοί παράγοντες αφορούν κυρίως στη μειωμένη εκπαιδευτική επάρκεια, στην άγνοια των ενδεδειγμένων χειρισμών και προσεγγίσεων, αλλά και στις προσωπικές, θρησκευτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις τους. Επιπρόσθετα, οι ανησυχίες για πιθανές αντιδράσεις από τους γονείς/κηδεμόνες, τους/τις διευθυντές/τριες, από τους/τις μαθητές/τριες αλλά και από άλλους/ες συνάδελφους/ισσες φαίνεται να είναι σημαντικοί ανασταλτικοί ατομικοί παράγοντες της ενίσχυσης της ετοιμότητας των εκπαιδευτικών. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των εκπαιδευτικών φαίνεται επίσης να επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών να διδάσκουν και να διαχειρίζονται θέματα περιεκτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης».

Αίσθημα ασφάλειας και διδακτικός χρόνος

Η διδακτορική έρευνα της δρος Λουκαΐδου επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «οι εκπαιδευτικοί κυρίως της Δημοτικής Εκπαίδευσης, δεν νιώθουν το αίσθημα ασφάλειας και προστασίας στις περιπτώσεις όπου θα τύχουν κάποιων αντιστάσεων από γονείς ή/και από τους/τις διευθυντές/τριές τους, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο βαθμός της ετοιμότητάς τους να διδάσκουν θέματα ΣΔ. 

Σύμφωνα με τους ίδιους, φαίνεται ότι ένα ποσοστό των εκπαιδευτικών, είτε δεν τη διδάσκουν καθόλου, ή επιλέγουν να τη διδάξουν αποσπασματικά και επιφανειακά. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει και λόγω του μειωμένου διδακτικού χρόνου που έχουν στη διάθεσή τους οι εκπαιδευτικοί, εξαιτίας του υφιστάμενου ωρολογίου προγράμματος. Αναφέρει η δρ Λουκαΐδου ότι ενώ γνωρίζουν για παράδειγμα οι εκπαιδευτικοί στη Δημοτική Εκπαίδευση ότι τα θέματα της ΣΔ έχουν ενταχθεί στο μάθημα Αγωγής Υγείας/Αγωγής Ζωής, το γεγονός ότι είναι στη διακριτική τους ευχέρεια να επιλέξουν πώς και σε ποιο βαθμό θα εφαρμόσουν τη ΣΔ, φαίνεται να μειώνει τον βαθμό ετοιμότητας να τη διδάξουν, εξαιτίας κυρίως της προετοιμασίας οργάνωσης του μαθήματος, του μειωμένου διδακτικού χρόνου, της περιορισμένης οικειότητας σε αυτά τα ζητήματα, αλλά και εξαιτίας των κοινωνικοπολιτιστικών και θρησκευτικών πεποιθήσεών τους. Το φαινόμενο της αποφυγής διδασκαλίας των θεμάτων της ΣΔ φαίνεται να ισχύει -σε μικρότερο βαθμό- και στα Γυμνάσια, καθώς διαπιστώθηκε ότι πολλοί εκπαιδευτικοί επιλέγουν το περιεχόμενο που θέλουν να διδάξουν ανάλογα με τις επιθυμίες και τις προσωπικές πεποιθήσεις, ενώ άλλοι δεν διδάσκουν τα πιο ευαίσθητα θέματα εξαιτίας του φόβου για τυχόν αντιδράσεις ή εξαιτίας της μειωμένης ετοιμότητας να τα διαχειριστούν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν την ενότητα ΣΔ καθώς ο προσφερόμενος διδακτικός χρόνος είναι περιορισμένος. Επιπρόσθετα ο θεσμός των εξετάσεων των τετραμήνων θεωρείται ως ανασταλτικός παράγοντας, καθώς οι εκπαιδευτικοί της Μέσης Εκπαίδευσης τόνισαν ότι ο συνδυασμός του όγκου της ύλης, του μειωμένου διδακτικού χρόνου και της πίεσης που νιώθουν μαθητές και εκπαιδευτικοί, δεν τους αφήνει περιθώριο για να εφαρμόσουν βιωματικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες συστήνονται για την υλοποίηση των αντίστοιχων δεικτών επιτυχίας και δεικτών επάρκειας της ΣΔ, καθώς αποτελούν έναν εναλλακτικό τρόπο εκπαίδευσης και ενισχύουν την επικοινωνιακή σχέση, αφού όλοι/ες συμμετέχουν ισότιμα και ενεργά στην ομαδική δράση με προσωπική και συναισθηματική εμπλοκή, απαραίτητα στοιχεία όπως υποστηρίζουν οι εκπαιδευτικοί για τη διδασκαλία των θεμάτων της ΣΔ».

Λογοδοσία, πεποιθήσεις, αντιδράσεις, δυσκολίες

Βασικό συμπέρασμα της παρούσας διδακτορικής έρευνας είναι ότι «η έλλειψη λογοδοσίας στις Διευθύνσεις των σχολείων τους ή/και στους/στις Επιθεωρητές/τριες, φαίνεται να είναι ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας που μειώνει την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών να διδάξουν θέματα περιεκτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα δημόσια σχολεία της Κύπρου, καθώς οι εκπαιδευτικοί, με περισσότερους αυτούς της Δημοτικής, αποφεύγουν τη διδασκαλία της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, χωρίς να νιώθουν ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις, καθώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε έλεγχος της εφαρμογής της. Οι εκπαιδευτικοί φορείς ήταν έντονοι σε αυτή την τοποθέτηση εκφράζοντας την ανάγκη ενσωμάτωσης της λογοδοσίας ειδικά στο θέμα της ΣΔ, καθώς θα δώσει κίνητρα στους εκπαιδευτικούς να την υλοποιήσουν.

Ανάφεραν επιπρόσθετα ότι δεν έχει εφαρμοστεί οποιαδήποτε αξιολόγηση σε σχέση με το βαθμό εφαρμογής της ΣΔ στα σχολεία, γεγονός που θα αναδείκνυε περισσότερα κενά στην εφαρμογή της. Επίσης διαπιστώνεται μέσα από τα ευρήματα της έρευνας μία διαφοροποίηση σε σχέση με τον βαθμό άνεσης των εκπαιδευτικών να διδάσκουν και να διαχειρίζονται θέματα ΠΣΔ, η οποία καθορίζεται από τις προσωπικές τους πεποιθήσεις και την αντίληψή τους γι’ αυτές. Συγκεκριμένα καταδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικοί Δημοτικής Εκπαίδευσης νιώθουν λιγότερο άνετα να διδάσκουν και να διαχειρίζονται θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης σε σχέση με αυτούς της Μέσης Εκπαίδευσης.

Το γεγονός εξάλλου ότι κάποιοι εκπαιδευτικοί φαίνεται να αποφεύγουν να διδάξουν τα ζητήματα της ΠΣΔ ή να διαμορφώνουν ανάλογα το περιεχόμενο που θα διδάξουν, σύμφωνα με τις δικές τους προσωπικές ή/και θρησκευτικές πεποιθήσεις, καταδεικνύει ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται η ΠΣΔ, έτσι όπως τουλάχιστον την προτείνει το υπουργείο Παιδείας στην Πολιτική του το 2015. Ανάφερε η δρ Λουκαΐδου χαρακτηριστικά ότι τα αποτελέσματα της έρευνας επισκόπησης, δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί νιώθουν λιγότερο άνετα να διδάσκουν τα πιο ευαίσθητα θέματα όπως για παράδειγμα είναι ο αυνανισμός, η εκσπερμάτωση/στύση, η πρώτη σεξουαλική επαφή, η χρήση προφυλακτικού, ο ομοφοβικός/τρανσφοβικός εκφοβισμός, η ομοφυλοφιλία, η oνείρωξη και ο σεξουαλικός προσανατολισμός.

Η άνεση των εκπαιδευτικών αυξάνεται σε ζητήματα που αφορούν το αναπαραγωγικό σύστημα, τις βιολογικές αλλαγές, καθώς και σε θέματα αντισύλληψης και σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, ενώ αρκετά πιο άνετοι φαίνεται να νιώθουν στη συζήτηση κοινωνικών θεμάτων όπως είναι οι αξίες ζωής, τα συναισθήματα, οι υγιείς σχέσεις, αλλά και στο ζήτημα της ατομικής υγιεινής. Επιπρόσθετα αναδείχθηκε και ένας άλλος παράγοντας που σχετίζεται με τις αρχές της Εκκλησίας, ο οποίος αφορά στη διαφορετική προσέγγιση των θεμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης που πολλές φορές γίνεται στο μάθημα των Θρησκευτικών, γεγονός που προκαλεί σύγχυση τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους/στις μαθητές/τριες. Αξιοσημείωτη από την άλλη, είναι η διαπίστωση ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί Θρησκευτικών οι οποίοι έχουν πιο φιλελεύθερες απόψεις και σύμφωνα με τις δηλώσεις των εκπαιδευτικών, είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με τις ειδικότητες της Οικιακής Οικονομίας και Βιολογίας ώστε να έχουν κοινή προσέγγιση σε αρκετά ζητήματα. 

Ένα άλλο θέμα που αναδείχθηκε, είναι η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί να διδάξουν και να διαχειριστούν ζητήματα ΠΣΔ στους/στις μαθητές/τριες που έχουν καταγωγή από χώρες της Μέσης Ανατολής με πολιτισμικές διαφορές και με έντονες θρησκευτικές πεποιθήσεις όπως είναι η Συρία, το Ιράν και η Παλαιστίνη. Αντίθετα, ο βαθμός δυσκολίας των εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία θεμάτων ΠΣΔ είναι μικρότερος σε μαθητές/τριες με καταγωγή από ευρωπαϊκές χώρες όπου έχουν σχετικά πιο φιλελεύθερες απόψεις. 

Τέλος, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας δείχνουν ότι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρέπει να διδάσκεται και από τους γονείς/κηδεμόνες, καθώς αυτοί είναι η πρώτη πηγή πληροφόρησης στα θέματα αυτά, αλλά εξαιτίας των δικών τους ταμπού ή της έλλειψης γνώσεων, κρίνεται αναγκαίο το σχολείο να λειτουργήσει ως θεσμός διευκόλυνσης και εξισορρόπησης προσφέροντας έγκυρη ενημέρωση, γνώσεις και δεξιότητες».

Ιδεολογική φόρτιση και κάποιες εισηγήσεις

«Η ένταξη της ΠΣΔ –αναφέρεται στη διδακτορική έρευνα– είναι ένα ιδεολογικά φορτισμένο ζήτημα που προκαλεί σε πολλούς φορείς της κοινωνίας σύγκρουση συναισθημάτων και αξιών, καθώς η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση όπως και η σεξουαλικότητα επηρεάζεται από παράγοντες που έχουν σχέση µε τις κοινωνικές, οικογενειακές, θρησκευτικές και πολιτισμικές αξίες. 

Σε κάθε περίπτωση όμως για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου εφαρμογής της ΠΣΔ στο εκπαιδευτικό σύστημα και την ένταξή της ως μέρους της γενικότερης εκπαίδευσης, χρειάζεται να επιτευχθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων Αρχών και φυσικά να εξεταστούν τα θεσμικά και οργανωτικά ζητήματα που την περικλείουν ώστε να διαμορφωθεί το πλαίσιο διδασκαλίας της περιεκτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, το οποίο να είναι κατάλληλο για την ηλικία και το επίπεδο ωριμότητας των παιδιών και των εφήβων. Ταυτόχρονα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα ατομικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την ετοιμότητα των εκπαιδευτικών, ώστε να βελτιωθούν προς μια σωστή κατεύθυνση που να ενισχύει την ετοιμότητά τους να διδάσκουν και να διαχειρίζονται θέματα ΠΣΔ στην τάξη και στο σχολικό τους περιβάλλον. 

Οι επιμορφώσεις προτείνεται σύμφωνα και με τα πορίσματα της έρευνας να ενισχυθούν και να οργανωθούν σύμφωνα με τις ανάγκες των ίδιων των εκπαιδευτικών, ώστε να είναι αποτελεσματικές και να προάγουν την ετοιμότητά τους σε κάθε ρόλο (γνώσεις, στάσεις, δεξιότητες) που καλούνται να διαδραματίσουν και να ανταποκρίνεται στα κίνητρά τους σε σχέση με τη διδασκαλία και τη διαχείριση θεμάτων της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. 

Η επιμόρφωση που έτυχαν οι εκπαιδευτικοί σε σχέση με τη ΣΔ και που συμμετείχαν σε αυτήν, κυρίως οι εκπαιδευτικοί Οικιακής Οικονομίας και Αγωγής Υγείας φαίνεται να βελτίωσε τις διδακτικές τους ικανότητες, την παιδαγωγική και επιστημονική τους κατάρτιση, τις θετικές τους στάσεις σε σχέση με την προσέγγιση των θεμάτων της ΣΔ, τις δεξιότητές τους στην επίλυση των εμποδίων και την αυτοπεποίθησή τους. Διαπιστώνεται παράλληλα ότι οι αποσπασματικές επιμορφώσεις δεν φαίνεται να βοηθούν ιδιαίτερα τους/τις εκπαιδευτικούς, ενώ η ανάγκη για συνεχή επιμορφωτική στήριξη και ουσιαστική καθοδήγηση μπροστά στην προκλητική και καινοτόμα εκπαιδευτική παρέμβαση όπως είναι αυτή της ΣΔ, είναι μεγάλη».

Η ερευνητική προσέγγιση και οι ευχαριστίες…

Σημειώνουμε ότι η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε για να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα, είναι αυτήτης μικτής ερευνητικής προσέγγισης που βασίστηκε σε δύο φάσεις. Όπως μας πληροφόρησε η συγγραφέας, στην πρώτη φάση η συλλογή δεδομένων επιτεύχθηκε μέσω της συμπλήρωσης ενός ερωτηματολογίου από 318 εκπαιδευτικούς Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης και στη δεύτερη φάση πραγματοποιήθηκε η συλλογή ποιοτικών δεδομένων με τη συμμετοχή 17 εκπαιδευτικών και 8 εκπροσώπων εκπαιδευτικών φορέων «που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της επιτυχημένης εφαρμογής του αναλυτικού προγράμματος του περιεχομένου της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης».

Ομολογεί ότι αντιμετώπισε δυσκολίες κατά τη συλλογή των δεδομένων της καθώς προέκυψε η πανδημία του κορονοϊού και της καραντίνας και πρόσθεσε τα εξής: «Με λύπη αναφέρω ότι μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών Βιολόγων μετά από οδηγία του Συνδέσμου τους, δεν συμμετείχαν στη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων και έτσι κρίθηκε απαραίτητο να πραγματοποιηθούν περισσότερες συνεντεύξεις». Η δρ Λουκαϊδου ήταν πρόεδρος του Συνδέσμου Καθηγητών Οικιακής Οικονομίας για αρκετά χρόνια και υπενθυμίζει ότι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση άρχισε να εφαρμόζεται πιο στοχευμένα στην Κύπρο το 2011 με την εισαγωγή του Προγράμματος Σπουδών Αγωγής Υγείας (περιεχόμενο, δείκτες επιτυχίας και δείκτες επάρκειας) κυρίως μέσα από το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας στη Μέση Εκπαίδευση και στο μάθημα της Αγωγής Ζωής και Αγωγής Υγείας στη Δημοτική. Μέρος της ΣΔ καλύπτεται και σε άλλα μαθήματα όπως στη Βιολογία, ενώ σημαντικός επίσης είναι ο ρόλος των Συμβούλων των σχολείων που φυσικά πρέπει να ενισχυθεί. Τόνισε ιδιαίτερα ότι «στο

Αναλυτικό Πρόγραμμα της Οικιακής Οικονομίας το θέμα της σεξουαλικής αγωγής δεν περιορίζεται στην αναφορά σε σωματικές συνέπειες κάποιων συμπεριφορών, αλλά αντιμετωπίζεται η σεξουαλικότητα μέσα από τη φυσική, βιολογική, ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική διάστασή της, λαμβάνοντας υπόψη την κουλτούρα, το κοινωνικό φύλο, καθώς και τα δικαιώματα του ατόμου που σχετίζονται με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική του υγεία». Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις μας η δρ Λουκαϊδου μας ανέφερε ότι αποσπάστηκε για 11 χρόνια στο Γραφείο Αναλυτικών Προγραμμάτων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου και ήταν μέλος της συγγραφικής ομάδας των εγχειριδίων της Οικιακής Οικονομίας και επίσης εφάρμοσε πολλές σχετικές επιμορφώσεις σε εκπαιδευτικούς. «Φτάνοντας στο τέλος αυτού του όμορφου και συνάμα δύσκολου ταξιδιού», αναφέρει στη διατριβή της, «θα ήθελα να εκφράσω τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μου σε όσους και σε όσες συνέβαλαν στην επιτυχή υλοποίηση αυτής της προσπάθειας και πρωτίστως τον κύριο επιβλέποντα της διδακτορικής μου διατριβής καθηγητή Δρα Μάριο Βρυωνίδη». Η συγγραφέας ευχαριστεί επίσης τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής επίβλεψης της διατριβής, τη δρα Χριστιάνα Κούτα και τη δρα Ελένη Θεοδώρου, όπως και τη μητέρα της «για την αγάπη και τη συμπαράστασή της». Καταλήγει με τα εξής: «Ευχαριστώ απέραντα τις υπέροχες μου κόρες για την αγάπη, υπομονή και τη «μυστική» μας δύναμη. Εύχομαι στη ζωή τους να είναι ελεύθερες, να κάνουντις δικές τους υπεύθυνες και ενημερωμένες επιλογές και να απολαμβάνουν τη σεξουαλικότητά τους με ισότητα, σεβασμό και αγάπη».

*Η διδακτορική διατριβή της δρος Λουκαΐδου βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου 

https://repo.euc.ac.cy/handle/123456789/2695