«Εκατέβην ο ποταμός της Χώρας τόσον μέγας και εξερίζωσεν πολλά δεντρά και εκατέβασεν τα και εφέραν τα εις την Χώραν, και εστούππωσεν το γιοφύριν του Σινεσκάρδου και ο ποταμός επήγεν τριγύρου της Χώρας και εχάλασεν πολλά σπίτια και έπνιξεν πολλύν λαόν». Πρόκειται για περιγραφή του Λεόντιου Μαχαιρά στο χρονικό του και αφορά την υπερχείλιση του ποταμού Πεδιαίου το έτος 1330. Για το ίδιο γεγονός, ο ιστορικός Loredano που αναφέρεται σε 3000 νεκρούς. Τότε, για την προστασία της πόλης, οι Βενετοί προχώρησαν στην εκτροπή του ποταμού με τραγικά αποτελέσματα. 

Τα πιο πάνω περιλαμβάνονται στη μελέτη που εκπονήθηκε για το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για την αξιολόγηση των κινδύνων πλημμύρας και μέσω της έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι με τη φύση δεν παίζουμε. Παρόλα αυτά επαναλαμβάνουμε τα ίδια και ακόμη μεγαλύτερα λάθη. Διότι οι νόμοι της φύσης εφαρμόζονται πιο δίκαια ακόμη και από τους θείους νόμους, υπό την έννοια, πως όταν παραβιαστούν δεν σηκώνει συγχώρεση, ακόμη και αν μετανοήσεις πλήρως. Έκτισες στην κοίτη του ποταμού ή εντός της ακτίνας την οποίαν χρησιμοποιεί για να περάσει το νερό; Έκτισες σε σειγμογενή περιοχή χωρίς να λάβεις υπόψιν τα γεωλογικά δεδομένα; Μπάζωσες χειμάρρους, εξέτρεψες ποτάμια, τσιμέντωσες τη γη; Θα πληρώσεις είτε εσύ είτε τα παιδιά είτε τα εγγόνια σου. Επιπλέον, η φύση δεν ενεργεί με γνώμονα το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης, ο αρχιτέκτονας, ο μηχανικός, ο πολιτικός, ο αγοραστής. Επίσης έχει αχρωματοψία και δεν ξεχωρίζει τις κομματικές ταυτότητες, ούτε και την ενδιαφέρει αν θα επιβραβευτούν όσοι παρανόμησαν υπό τη μορφή αποζημίωσης από το κράτος για τις καταστροφές που υπέστησαν οι περιουσίες τους, κάτι το οποίο ενθαρρύνει και άλλους να παρανομήσουν. Η φύση θα τα πάρει και θα τα σηκώσει όλα όσα βρίσκονται σε αντίθεση με τους νόμους της. 

Βεβαίως, κάποιοι κερδοσκόπησαν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου κτίζοντας «όπου έφταναν» και τις ζημιές καταβάλλει το σύνολο των πολιτών. Πέραν των αποζημιώσεων που δόθηκαν και θα εξακολουθήσουν να καταβάλλονται σε επηρεαζόμενους, για να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα των πλημμυρών θα εκτελεστούν έργα δεκάδων αν όχι εκατοντάδων εκατομμυρίων. Μόνο το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού δρομολόγησε έργα €40 εκατ., ενώ ανάλογα έργα απαιτείται να υλοποιηθούν και σε άλλες πόλεις. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Έτσι βούλιαξε το Παραλίμνι – Αποκαλυπτική μελέτη

 Στην ίδια έκθεση που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Τμήματος Αναπτύξεως υδάτων αναφέρεται πως μεταγενέστερα (σε δυο περιπτώσεις το 1859 και το 1865) επιβεβαιώθηκε η γνωστή Κυπριακή παροιμία «του ποταμού μην του κλέψεις», αφού ο ποταμός ακολουθώντας την παλιά του κοίτη πέρασε μέσα από την πόλη πνίγοντας και στις δυο περιπτώσεις πολλούς κατοίκους της Λευκωσίας. 

Και αν πριν τόσα χρόνια οπόταν η ανάπτυξη δεν υπήρχε καν σαν έννοια και όταν η γη δεν ήταν τσιμεντωμένη και μπορούσε να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες νερού και όταν η κλιματική αλλαγή ήταν άγνωστο «φρούτο», προκλήθηκαν τόσης έκτασης καταστροφές, μπορεί να υπολογίσει ή μάλλον να φανταστεί κανείς, τι θα συμβεί αν επαναληφθεί σήμερα ή στο μέλλον τέτοιας έκτασης βροχόπτωση. Όταν μάλιστα συρρικνώθηκαν κοίτες ποταμών, όταν κάποιοι από αυτούς εξετράπησαν ή στεγανοποιήθηκαν ενώ παραπόταμοί τους, μέσω των οποίων διοχετεύονταν μεγάλες ποσότητες νερού, εξαφανίστηκαν.  

Όμως, αν πριν εκατοντάδες χρόνια δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τους σοβαρούς κινδύνους από την εκτροπή των ποταμών, κυρίως επειδή δεν είχε συμβεί προηγουμένως κάτι τέτοιο ή δεν είχαν ενημερωθεί ότι συνέβη κάτι τέτοιο, σήμερα δεν υπάρχει δικαιολογία.  

Ωστόσο έχουν γίνει επεμβάσεις σε ποταμούς και όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση, εκτός από τους ποταμούς, επεμβάσεις έγιναν και σε ρέματα, κάτι το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν στην εκτίμηση μελλοντικών πλημμυρών. Αναφέρονται δε, ως παραδείγματα, οι περιπτώσεις του ποταμού Γαρύλλη και Πεδιαίου που έχουν εκτραπεί. Οι πιο πρόσφατες επεμβάσεις αφορούν την εκτροπή του ποταμού Διαρίζου προς τον Κρυό ποταμό, τις διευθετήσεις του δυτικού τμήματος του ποταμού Βαθειά στη Λεμεσό (όπου δεν φαίνεται να υπάρχει κοίτη εφόσον το μεγαλύτερο της μέρος έχει καλυφθεί με κτήρια και κατοικίες) το κτίσιμο της κοίτης του ποταμού που διέρχεται διαμέσου της Ορμήδειας με σκυρόδεμα στο μεγαλύτερό της μήκος, η κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους (1,9 χλμ) του ρέματος Κλήμου στην κατοικημένη περιοχή Μακεδονίτισσας κ.λπ. Το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο εκτέλεσης αντιπλημμυρικών έργων προγραμματίζεται η εκτροπή δύο ποταμών στη Λεμεσό και προφανώς έχουν εκπονηθεί και οι κατάλληλες μελέτες προκειμένου να μην προκύψουν αρνητικά αποτελέσματα. 

Οι αιτίες των πλημμυρών 

 Ποιες είναι όμως γενικά οι αιτίες των πλημμυρών; Όπως εξηγείται στη σχετική έκθεση, τα αστικά κέντρα Λάρνακας, Λεμεσού και Λευκωσίας παρουσιάζουν ψηλό δείκτη διακινδύνευσης έναντι πλημμυρών και αναφέρονται πολύ συχνά στις εφημερίδες και στο Αρχείο ιστορικών πλημμυρών με τις πιο κάτω σαν μερικές από τις πιο βασικές αιτίες πλημμυρογένεσης: 

Τοπικά πυκνή δόμηση και δραστικός περιορισμός των χώρων πρασίνου. 

Κατάργηση πολλών ρευμάτων της φυσικής λεκάνης με την κατασκευή στη θέση τους οδικών αξόνων και άλλων κατασκευών. 

Μη ικανοποιητική συνολική στρατηγική στον σχεδιασμό/κατασκευή των δικτύων ομβρίων ή ακόμη και μη συμπλήρωση των σχετικών έργων. 

Μπαζώματα ρεμάτων και σχαρών εισόδου σε οχετούς. 

Τέσσερις παράγοντες  σχετικοί με τις ζημιές 

Σύμφωνα με την έκθεση, σε μια δεδομένη βροχόπτωση οι ζημιές που θα προκληθούν λόγω πλημμύρας εξαρτώνται από τέσσερις παράγοντες: α) την παρουσία αντιπλημμυρικών έργων. β) την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος που έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση του πλημμυρικού όγκου και τη μείωση του χρόνου συρροής των νερών. γ) την ένταση της ανθρώπινης δραστηριότητας σε περιοχές που αποτελούν πεδία πλημμυρών. δ) τρωτότητα (δηλαδή πόσο ευπαθή είναι τα εκτιθέμενα περιουσιακά στοιχεία σε ζημιά από πλημμύρα). 

Στους χειμάρρους και ρέματα εμφανίζονται στιγμιαίες /αιφνίδιες πλημμύρες (flash floods) που οφείλονται σε πολύ έντονη τοπική βροχή. Οι πλημμύρες αυτές δίνουν ελάχιστη προειδοποίηση και συνήθως προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές εφόσον συνήθως βρίσκουν τον κόσμο απροετοίμαστο. Οι ταχυπλημμύρες ή πλημμύρες ταχείας απόκρισης οφείλονται στον ξαφνικό κατακλυσμό περιοχών από μεγάλες ποσότητες νερού και προκαλούνται από πολύ έντονη βροχόπτωση. Στις περιπτώσεις αυτές το νερό, κινείται γρήγορα και το ύψος του μπορεί να αυξηθεί πολύ μέσα σε λίγα λεπτά. Οι πλημμύρες αυτές συνήθως συμβαίνουν χωρίς καμιά προειδοποίηση και γι’ αυτό τον λόγο είναι πολύ επικίνδυνες. Η ξαφνική και με ελάχιστη προειδοποίηση εμφάνισή τους τις καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνες για τους ανθρώπους. 

Οι πλημμύρες αποτελούν εποχιακό φαινόμενο και σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι απότομες πλημμύρες εμφανίζονται σε ποσοστό 45,9% κατά τους μήνες Οκτώβριο – Δεκέμβριο (για την ενδοχώρα) και 56,6% στα παράλια. Κατά τους μήνες Μάιο -Σεπτέμβριο έχει καταγραφεί το 28,9% των πλημμυρών στην ενδοχώρα σε αντίθεση με τα παράλια όπου μόνο το 7,3% των πλημμυρών έχει καταγραφεί. 

Η «μάστιγα» των κατασκευών

Στην ίδια έκθεση που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Τμήματος Αναπτύξεως υδάτων, και όχι μόνο, αναγνωρίζεται πως τα τελευταία χρόνια παρατηρείται γενική ανάπτυξη του τομέα των κατασκευών, ιδιαίτερα στις παράλιες τουριστικές και στις περαστικές περιοχές. Ο αριθμός των ανεγειρόμενων οικοδομών αυξήθηκε σημαντικά μετά το 2002. Ο αριθμός αυτός παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα και τα επόμενα χρόνια, παρόλον ότι μετά το 2005 παρουσιάστηκαν σταθεροποιητικές και ελαφρά καθοδικές τάσεις. Η αυξημένη οικοδομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε διαμόρφωσε νέες αρνητικές υδρολογικές συνθήκες. Ακολούθησε νέος κύκλος τσιμεντώματος, ο οποίος περιορίστηκε κάπως την περίοδο της οικονομικής κρίσης αλλά επανέρχεται.

Αύξηση βαριών βροχοπτώσεων όπως και κινδύνων

Όπως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Αναπτύξεως υδάτων, η οποία περιλαμβάνει και τμήμα της «Τέταρτης Έκθεσης Αξιολόγησης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για τις Κλιματικές Αλλαγές, προβλέπονται οι εξής επιπτώσεις για περιοχές που εμπίπτει και η Κύπρος: «Μέχρι τα μέσα του αιώνα η ετήσια μέση επιφανειακή ροή και διαθεσιμότητα νερού αναμένεται να μειωθεί κατά 10-30% σε μερικές ξηρές περιοχές στα μεσαία πλάτη και στις ξηρές τροπικές περιοχές, μερικές από τις οποίες υποφέρουν και σήμερα από λειψυδρία. Οι περιοχές που υποφέρουν από ανομβρία θα αυξηθούν. Βαριές βροχοπτώσεις, που αναμένεται να αυξηθούν σε συχνότητα, θα επαυξήσουν τον κίνδυνο πλημμυρών». 

Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι θα υπάρξει σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας κατά το θέρος στην περιοχή της νότιο-ανατολικής Ευρώπης και Μεσογείου ενώ πτωτικές τάσεις προβλέπονται για τη μέση βροχόπτωση. Αυτές οι προβλέψεις μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την κοινωνία και οικονομία μικρών χωρών νήσων όπως η Κύπρος και θα απαιτηθούν επομένως προβλέψεις μεγαλύτερης ακρίβειας σε εθνικό επίπεδο που να επιτρέψουν τη εξέταση σεναρίων για επιπτώσεις από κλιματικές αλλαγές και διαμόρφωση στρατηγικών για την αντιμετώπιση των. 

Η πλημμύρα του 1859 στη Λευκωσία

Μια από τις πλημμύρες που έχουν καταγραφεί και παρουσιάζει τις καταστροφές που έγιναν σημειώθηκε στις 29/10/1859. Συγκεκριμένα αναφέρεται: Μεγάλη πλημμύρα στη Λευκωσία. Κατά την Μεσαορίαν άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και από την πολλή βροχή 100 μικροί χείμαρροι έχυναν τα νερά τους στην κοίτη του Πηδκιά. Ο ποταμός πέρασε και ορμά εναντίον της Λευκωσίας, κατακλύζει σε λίγα δευτερόλεπτα όλη την έκταση από την Περβόλαν του Ταουτσιάρ Πασιά έως την Πόρτα της Πάφου και κάμνει λυσσώδη έφοδο πάνω στο Κάστρο της Λευκωσίας. Αμπάρωσαν όταν αντιλήφθησαν τον κίνδυνον την Πόρταν της Πάφου όσον μπορούσαν ασφαλέστερα. Η ποσότητα του νερού όταν ο ποταμός εμπήκε στη Λευκωσία εχύθη και μέσα στην τάφρο που ζώνει την πόλη και σαν κρυστάλλινη στεφάνη φαινόταν σαν να ήταν παράλια πόλις ωραιότερη και από την Λωζάνη. Η Αγορά είχε γεμίσει όλη νερό και ρήμαξε μέσα στα καταστήματα όλων των ειδών. Το νερό επρωτομπήκε από την Πόρταν της Πάφου με 20 – 30 «μύλους» και στην μεγάλην ανύψωσιν «100 μύλων». Παρασύρθηκαν 18 πιστοποιημένα θύματα και πνίγηκαν, αλλά θα ήταν περισσότερα μέχρι και 70. Το νερό που εμπήκε στα μαγαζιά έφτασε τους 3 πήχεις δηλαδή εγέμισεν το μεγαλύτερο μέρος τους. Πολλές δεκάδες προσώπων είχαν πνιγεί και μεγάλη καταστροφή σε εμπορεύματα, 300 ολόκληρα μαγαζιά και σπίτια έπεσαν κάτω από τα χτυπήματα του μανιασμένου νερού. Επίσης επνίγηκαν ζώα. Η υλική ζημιά περίπου έφτασε τα πέντε εκατομμύρια τουρκικά γρόσια, ισοδυναμούσαν περίπου προς 500 χιλιάδες λίρες τουρκικές, φοβερή ζημιά για τότε.

Μπετόν και πλημμύρες πάνε μαζί

Ως αποτέλεσμα της ραγδαίας οικιστικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκε στις παράλιες τουριστικές περιοχές αλλά και σε περιαστικές περιοχές, οι ειδικοί θεωρούν αναμενόμενο να παρατηρείται και αύξηση του μεγέθους των πλημμυρών για παρόμοια συμβάντα βροχής του παρελθόντος. 

Η ύπαρξη ζώνης προστασίας της κοίτης στους πολεοδομικούς σχεδιασμούς, όταν υπάρχει, προσφέρει κάποια προστασία σαν ζώνη όπου απαγορεύεται η ανάπτυξη μειώνοντας την έκθεση περιουσιών σε πλημμύρες, αφού η ζώνη αυτή δέχεται το μεγαλύτερο μέρος του όγκου της ροής μειώνοντας τις επιπτώσεις από μια πιθανή πλημμύρα. 

Τα περισσότερα σενάρια τάσεων λόγω κλιματικών αλλαγών καταδεικνύουν αύξηση της παρουσίας ακραίων γεγονότων σχετικών με το νερό (π.χ. πλημμύρες, ξηρασίες κ.λπ.). Ιδιαίτερα, λόγω κλιματικών αλλαγών (κακοδιαχείριση του περιβάλλοντος) οι πλημμύρες (ποτάμιες και αιφνίδιες) αναμένεται να εμφανίζονται αυξανόμενες σε αριθμό, διάρκεια και επιπτώσεις. 

Για περίοδο 152 χρόνων και συγκεκριμένα από το 1859 έως και το 2011, έχουν καταγραφεί 468 πλημμύρες εκ των οποίων το 42% ή 195 των καταγραμμένων πλημμυρών έχουν αξιολογηθεί σαν «πολύ χαμηλής» σοβαρότητας με επιπτώσεις κυρίως οικονομικής φύσεως. Ποσοστό 31% ή 146 γεγονότα έχουν αξιολογηθεί σαν «χαμηλής» σοβαρότητας με επιπτώσεις κυρίως οικονομικής φύσεως και ελαφράς επίπτωσης στην ανθρώπινη υγεία – ρύπανση. Ποσοστό 22% ή 103 γεγονότα έχουν αξιολογηθεί «μέτριας» σοβαρότητας με αυξημένη επίπτωση στην ανθρώπινη υγεία και οικονομία και ενδείξεις επίπτωσης σε πολιτιστικά μνημεία και στο περιβάλλον. Μόλις το 4,5% ή 22 γεγονότα έχουν χαρακτηρισθεί σαν «ψηλής» σοβαρότητας κυρίως λόγω της ύπαρξης θυμάτων αλλά και επιπτώσεων στην οικονομία, καθώς επίσης και επιπτώσεις σε μνημεία και περιβάλλον. Μόλις το 0,5% ή 2 γεγονότα έχουν χαρακτηρισθεί σαν «πολύ ψηλής» σοβαρότητας λόγω κυρίως θανάτων και πολύ σοβαρών οικονομικών, περιβαλλοντικών επιπτώσεων και επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία.