«Ώρες ώρες ειλικρινά αναρωτιέμαι από τι υλικό είμαι καμωμένη για ν’ αντέξω τις σωματικές και ψυχικές κακουχίες που βίωσα από μικρό παιδί, όταν στα τέσσερα μου χρόνια μεταφέρθηκα από τους Ναζί μαζί με τους γονείς μου και τους γονείς  της μητέρας μου στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Μπέργκεν Μπέλσεν (Bergen Belsen) στη βόρεια Γερμανία, ένα μέρος που δεν ξημέρωνε ποτέ…», ανέφερε στον «Φ» η 83χρονη Εβραία επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Ρίνα Μπαρζιλάι Ρεβάχ, από τη Θεσσαλονίκη. 

«Σκέφτομαι ότι αν δεν ήταν δυνατό εκείνο το κοριτσάκι που υπήρξα, σίγουρα δεν θα ήμουν σήμερα εδώ», πρόσθεσε, αναφέροντας ότι μετά τη λήξη του πολέμου, επέστρεψαν επίσης ζωντανοί στη Θεσσαλονίκη τόσο οι γονείς της, όσο και ο παππούς, η γιαγιά και ο θείος της, o 15χρονος τότε αδελφός της μητέρας της, σε αντίθεση με δεκάδες άλλα μέλη της οικογένειας της που χάθηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μας μίλησε την περασμένη Τρίτη 7η Φεβρουαρίου αμέσως μετά τη διάλεξη που έδωσε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου Frederick στη Λευκωσία ενώπιον δεκάδων μαθητών/τριών Λυκείων της πόλης και επαρχίας Λευκωσίας στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος (27η Ιανουαρίου) που όπως κάθε χρόνο διοργανώνει το υπουργείο Παιδείας και η πρεσβεία του Ισραήλ με τη στήριξη του Συνδέσμου Κυπρο-Ισραηλινής Φιλίας.

Η κυρία Ρεβάχ επανέλαβε τη συγκλονιστική μαρτυρία της για δεύτερη φορά το ίδιο πρωινό ενώπιον μαθητών/τριών Γυμνασίων της Λευκωσίας, αλλά και τις αμέσως επόμενες μέρες Τετάρτη και Πέμπτη 8 και 9 Φεβρουαρίου στο Λύκειο Πολεμιδιών για Λύκεια και Γυμνάσια της Λεμεσού και Πάφου και στο Λύκειο Αραδίππου «Τάσος Μητσόπουλος» για Λύκεια και Γυμνάσια της Λάρνακας και της ελεύθερης Αμμοχώστου. «Μέχρι την τελευταία στιγμή, σχολεία από όλη την Κύπρο δήλωναν συμμετοχή και παρακολούθησαν είτε διαδικτυακά, είτε δια ζώσης τις διαλέξεις της κυρίας Ρεβάχ», ανέφερε σε χαιρετισμό της στην εκδήλωση η δρ Αντωνία Λοΐζου επιθεωρήτρια Φιλολογικών και υπεύθυνη για την Εκπαίδευση του Ολοκαυτώματος. Στην οργανωτική επιτροπή εκτός από την κυρία Λοΐζου συμμετείχαν οι σύμβουλοι Ιστορίας δρ Παναγιώτης Προϊκάκης, δρ Ανδριανή Γεωργίου και Άντρη Χαραλάμπους Ζένιου και η επικεφαλής Δημόσιας Διπλωματίας της πρεσβείας του Ισραήλ στη Λευκωσία Μαρία Χατζηγεωργίου. 

 

  

«Θα χρειαζόμασταν 11 χρόνια για να διαβάσουμε τα ονόματα των 6 εκατομμυρίων Εβραίων που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί στο Ολοκαύτωμα», είπε χαρακτηριστικά απευθυνόμενη στα παιδιά η κυρία Χατζηγεωργίου. Ο  αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του Frederick Χριστόφορος Χαραλάμπους δώρισε εκ μέρους του Πανεπιστημίου στην κυρία Ρεβάχ ένα έργο των φοιτητών του Τμήματος Αρχιτεκτονικής με θέμα  το Καράβι της Κερύνειας και με μήνυμα όπως είπε, την επιθυμία της επιστροφής. 

 «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε τον Σεπτέμβριο 1939 και εγώ είμαι γεννημένη στις 20 Μαϊου 1939» είπε η Ρίνα Μπαρζιλάι Ρεβάχ. «Η μητέρα μου ήταν 20 χρόνων όταν με εγκυμονούσε», πρόσθεσε και συνέχισε: «Αν όπως λένε, το έμβρυο αισθάνεται από την κοιλιά της μητέρας του την αγωνία της, από την κοιλιά της μητέρας μου πρέπει να ρούφηξα όλη της την αγωνία…Ήταν τρομαχτικό για μένα σε όλη μου τη ζωή και άργησα πολύ να καταλάβω πόσα πράγματα με ακολουθούσαν και που με είχαν σημαδέψει πριν ακόμα γεννηθώ». 

 Σημειώνουμε ότι πριν από τον πόλεμο, η Θεσσαλονίκη είχε τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα στην Ελλάδα με πληθυσμό περίπου 50 χιλιάδες άτομα. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας τον Απρίλη του 1941, η πόλη πέρασε στη γερμανική ζώνη κατοχής. Από τον Μάρτιο μέχρι και τον Αύγουστο του 1943 οι Γερμανοί απέλασαν περισσότερους από 45 χιλιάδες Εβραίους από τη Θεσσαλονίκη στο κέντρο εξόντωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου (Auschwitz Birkenau) και σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία και τη Γερμανία. Οι περισσότεροι από τους απελαθέντες  δολοφονήθηκαν στους θαλάμους αερίων αμέσως μετά την άφιξή τους στο Άουσβιτς. Περίπου 500 Εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη διέφυγαν στα κοντινά βουνά, όπου εντάχθηκαν σε αντάρτικες μονάδες αντίστασης κατά των Γερμανών, ενώ λιγότεροι από 2 χιλιάδες Εβραίοι απέμειναν στην πόλη μετά τον πόλεμο. Σήμερα ζουν στη Θεσσαλονίκη περίπου 900 Εβραίοι όπως είπε στη διάλεξη η κυρία Ρεβάχ. 

«Δεν έχω αναμνήσεις ούτε από την εκτεταμένη μας οικογένεια, ούτε από τα γκέτο που προηγήθηκαν της απέλασης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – είπε – και μάλιστα έχω κι ενοχές που δεν θυμάμαι περισσότερα. Μας μετέφεραν με ένα από τα τελευταία τραίνα που έφυγε από την πόλη για τα στρατόπεδα και η πρώτη μου ανάμνηση είναι ο βομβαρδισμός από τρία αεροπλάνα. Το τραίνο σταμάτησε και τότε έγινε κάτι που καθόρισε όλη μου τη ζωή. Ο πατέρας μου με πήρε κάτω απ’ τη μασχάλη του και πήδηξε από το τραίνο για να σωθούμε και η μασχάλη του πατέρα μου έγινε για μένα το καταφύγιο μου για όλη τη διάρκεια του πολέμου. Όταν ο πατέρας μου δεν ήταν κοντά μου, ήμουν τρομοκρατημένη». 

Η μαύρη μπότα του θανάτου 

Όπως ανέφερε η Ρίνα Ρεβάχ, το Bergen Belsen, ήταν στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. «Δεν είχε θαλάμους αερίων, ούτε κρεματόρια – πρόσθεσε – αλλά είχε νεκρούς από ασιτία, από επιδημίες και από τις απίστευτα κακές συνθήκες διαβίωσης. Κάθε πρωί πριν το χάραμα, το όποιο χάραμα, ξεκινούσε πομπή ανδρών με ριγέ στολές, πολλές φορές ξυπόλυτοι, που οι Γερμανοί τους οδηγούσαν σε ένα χώρο για να σπάνε πέτρες όλη μέρα. Οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να διορθώνουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, παπούτσια που ήταν μαζεμένα σε σωρούς και που προφανώς ανήκαν σε νεκρούς κρατούμενους. 

Στο στρατόπεδο είχαν χωρίσει τους άνδρες από τις γυναίκες και τα παιδιά και εγώ ήμουν με τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου. Θυμάμαι το παράπηγμα που μέναμε με τα τρίπατα κρεβάτια αριστερά και δεξιά…εγώ κοιμόμουν στο επάνω κρεβάτι και δίπλα του ένας στενός φεγγίτης έδινε λίγο φως, έστω και εφιαλτικό, σ’ αυτό το πένθιμο τοπίο. Ο βήχας και τα δέκατα πυρετού ήταν η μόνιμη συντροφιά μου και η μητέρα μου φοβόταν ότι θα μείνω παράλυτη, διότι δεν σηκωνόμουν ποτέ από αυτό το κρεβάτι. Είχαμε τον γιατρό Αλαλούφ, έναν πολύ συμπαθητικό συγκρατούμενό μας, στον οποίο η μαμά έλεγε τις αγωνίες της. 

«Πώς θέλεις να σηκωθεί, αφού δεν έχει ερέθισμα και φοβάται για το τι μπορεί να της συμβεί;», της έλεγε πάντα καλοσυνάτα. Θυμάμαι ότι κάθε μέρα όλες οι γυναίκες του θαλάμου, μαζί και η μητέρα και η γιαγιά μου έφευγαν για να διορθώνουν παπούτσια κι εγώ ήμουν συνεχώς μόνη στο κρεβάτι  με το αχυρένιο στρώμα που ήταν γεμάτο ψύλλους και μετρούσα τους κοριούς στον τοίχο. Απέναντι από το στρατόπεδο ήταν ένα άλλο στρατόπεδο ανδρών εργατών.

Θυμάμαι ότι από τον φεγγίτη μου, είδα ένα τεράστιο κάρο και άλογα να το σέρνουν. Από κάτω δύο εργάτες πετούσαν στο κάρο γυμνά, σκελετωμένα πτώματα ανδρών. Όταν κάποια στιγμή το κάρο γέμισε, ανέβηκε ένας Γερμανός αξιωματικός με μαύρες δερμάτινες μπότες και άρχισε να πηδάει πάνω στα πτώματα για να «κάτσουν» και να χωρέσουν κι άλλα. Δεν ξέρω τι κατάλαβα στην ηλικία των τεσσάρων που ήμουν, αλλά αυτή ήταν η χειρότερη ανάμνηση μου. Έβαλα τα κλάματα και προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν. Από τι άραγε; Πάντως δεν φόρεσα ποτέ στη ζωή μου μαύρες δερμάτινες μπότες…(σ. σ. όπως είπε σε σύντομο χαιρετισμό της η σύμβουλος Ιστορίας Ανδριανή Γεωργίου, η μικρή Ρίνα έμενε στο κρεβάτι όλη μέρα, γιατί  φοβόταν ότι αν περπατήσει, θα την πετάξουν στο κάρο και ο αξιωματικός θα τη συνθλίψει με τη μπότα του).  

Ο μπαμπάς ήταν σε άλλο στρατόπεδο, υπεύθυνος της σίτισης. Καμιά φορά κατάφερνε να ξεγλιστρήσει τη νύχτα, να μου φέρει ένα κομμάτι ψωμί και έτσι είχα μονίμως στο στόμα μου μια μπουκιά ψωμί που σάπιζε, γιατί δεν την κατάπινα ποτέ. Όσο λίγες και να ήταν οι αναμνήσεις, σφράγισαν το χαρακτήρα και τη ζωή μου ολόκληρη. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Αμερικανοεβραίος σκηνοθέτης Steven Spielberg  δημιούργησε το ίδρυμα «Shoah», αφιερωμένο  στο Ολοκαύτωμα,  ξετυλίχτηκε μία τρομακτική εικόνα και αναμνήσεις που οι άνθρωποι δεν ήθελαν καν να τις μοιραστούν (σ. σ. το «Shoah» με έδρα το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, συστάθηκε το 1994 και κύρια αποστολή του η παραγωγή, φύλαξη και κοινοποίηση βιντεογραφημένων συνεντεύξεων με επιζώντες και άλλους μάρτυρες του Ολοκαυτώματος). Τότε για πρώτη φορά, η γενιά μου ονομάστηκε «Child Survivors of the Holocaust» και έψαξαν μέσα μας να βρουν ανομολόγητους φόβους και αγωνίες…». 

Οι «κάμποι» των  Εβραίων στην αποικιοκρατική Κύπρο

«Τα επακόλουθα του Ολοκαυτώματος και τα στρατόπεδα κράτησης των Εβραίων στη βρετανική Κύπρο», ήταν το θέμα που παρουσίασε το πρωί της περασμένης Δευτέρας 6ης Φεβρουαρίου η ιστορικός δρ Ευαγγελία Ματθοπούλου στους μαθητές/τριες της Γ΄τάξης του Λυκείου Αρχαγγέλου «Απόστολος Μάρκος» με υπεύθυνη καθηγήτρια την Κωνσταντίνα Κοντού και της Γ’ τάξης του Γυμνασίου Αρχαγγέλου με υπεύθυνη καθηγήτρια την  Έλενα Χριστοδούλου. 

Η παρουσίαση έγινε σε αίθουσα του Λυκείου Αρχαγγέλου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης Ολοκαυτώματος. Τη δρα Ματθοπούλου συνόδευσε στο σχολείο η επικεφαλής Δημόσιας Διπλωματίας της πρεσβείας του Ισραήλ στη Λευκωσία Μαρία Χατζηγεωργίου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τα δεκάδες παιδιά που παρευρέθηκαν, μόνο μια μαθήτρια απάντησε σε σχετική ερώτηση της δρος Ματθοπούλου, ότι γνωρίζει πώς βρέθηκαν χιλιάδες Εβραίοι την τριετία 1946-1949 έγκλειστοι σε «κάμπους» («camps») στην αποικιοκρατούμενη Κύπρο. 

Η Ευαγγελία Ματθοπούλου εξήγησε ότι οι περισσότεροι ήταν επιζώντες του Ολοκαυτώματος που ζούσαν πριν τον πόλεμο κυρίως σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης και που συνωστίζονταν σε μικρά, ακατάλληλα σκάφη, συχνά σε λιμάνια στην Ιταλία και διέσχιζαν τη Μεσόγειο προσπαθώντας να μπουν κρυφά στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, χωρίς νόμιμα έγγραφα. Η Βρετανία όμως ήταν αποφασισμένη να προστατεύσει τα συμφέροντά της στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει τη μαζική εβραϊκή μετανάστευση στην οποία αντιτίθεντο τα αραβικά κράτη. Στο τέλος του πολέμου συνέχισε να εφαρμόζει τα μεταναστευτικά της μέτρα, απαγορεύοντας σε έναν τεράστιο αριθμό επιζώντων του Ολοκαυτώματος να πάρουν άδειες εισόδου στην Παλαιστίνη. 

Τον Αύγουστο 1946 οι Βρετανοί ανέγειραν «κάμπους» κράτησης περιφραγμένους με συρματοπλέγματα στις περιοχές Καράολου Αμμοχώστου και Ξυλοτύμπου-Δεκέλειας, όπου κρατήθηκαν συνολικά 52 χιλιάδες Εβραίοι. Τους συλλάμβαναν, αφού τα πλεούμενα που τους μετέφεραν στην Παλαιστίνη, ανακόπτονταν από το βρετανικό ναυτικό και οδηγούνταν σε κυπριακά λιμάνια στην Αμμόχωστο και στη Δεκέλεια. Ο «κάμπος» του Καράολου που αποτελείτο κυρίως από αντίσκηνα, αποκαλείτο «καλοκαιρινός», ενώ οι δύο άλλοι στη Ξυλοτύμπου και στη Δεκέλεια που αποτελούνταν από τις γνωστές στους παλαιότερους προκατασκευασμένες παράγκες Nissen Huts, φτιαγμένες από ημικυλινδρική επιφάνεια αυλακωτού ατσαλιού, αποκαλούνταν «χειμερινοί» κάμποι. Ανάμεσα στους κρατούμενους Εβραίους υπήρχαν άτομα από όλες τις ηλικίες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά η κυρίαρχη ομάδα ήταν νέοι, ιδιαίτερα ορφανά που έχασαν τους γονείς τους στο Ολοκαύτωμα. 

Η πλειοψηφία των κρατουμένων απελευθερώθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ το καλοκαίρι του 1948, αμέσως μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ τον Μάιο εκείνου του χρόνου. Περίπου 10 χιλιάδες νεαροί στρατεύσιμοι και μέλη των οικογενειών τους που οι Βρετανοί άφησαν πίσω, έγκλειστους στους «κάμπους», απελευθερώθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Στις 11 Φεβρουαρίου 1949 ο τελευταίος κρατούμενος έκλεισε πίσω του την πύλη του στρατοπέδου και το ξεχασμένο και άγνωστο κεφάλαιο των «κάμπων» της Κύπρου τέλειωσε και έμεινε στην Ιστορία. Πίσω από τα συρματοπλέγματα έγιναν γάμοι μεταξύ των κρατουμένων και γεννήθηκαν 2.200 παιδιά, ενώ Κύπριοι που εργάζονταν στους «κάμπους», κυρίως σε αυτόν του Καράολου, μετέφεραν μυστικά στους κρατουμένους είδη διατροφής, εργαλεία και άλλα αντικείμενα που χρειάζονταν. Επίσης τους βοηθούσαν να βγαίνουν κρυφά σε σύντομες εξόδους ψυχαγωγίας στην πόλη της Αμμοχώστου, ενώ βοήθησαν 150-300 από αυτούς να αποδράσουν και να μεταφερθούν με πλοιάρια στην Παλαιστίνη.

Ο αντισημιτισμός – κι ένας αριθμός στην καρδιά…

Τον αντισημιτισμό και τον εκφοβισμό βίωσε στη Θεσσαλονίκη ως παιδί στο δημοτικό σχολείο μετά την επιστροφή και το τέλος του πολέμου, εκμυστηρεύτηκε η Ρίνα Ρεβάχ. Όπως είπε, «μόλις γινόταν μία μικρή παρεξήγηση π. χ. για το «πού είναι το μολύβι μου, πού είναι το τετράδιο», ήμουν για κάποιους συμμαθητές μου «η παλιοεβραία, η παλιοτσιφούτισσα». 

Η μητέρα  μιας συμμαθήτριας μου, μου φώναξε μια μέρα κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ: «…που δεν σας κάνανε σαπούνι οι Γερμανοί, που σας άφησαν να γυρίσετε και δεν σας έκαναν λάμπες…». Τα παιδικά μου χρόνια ήταν άδεια, δεν είχα παιγνίδια, δεν έπαιξα ποτέ σαν παιδί…με τις λάσπες παίζαμε… Μια και αναφέρομαι στον αντισημιτισμό που μου πλήγωνε τη ψυχή στην παιδική μου ηλικία, πρέπει να επισημάνω ότι και σε όλη μου τη ζωή ήταν ένα θέμα υπαρκτό, όχι βέβαια με τη θρασύτητα και το μίσος των παιδικών χρόνων. Το μόνο σίγουρο είναι το πυρωμένο σίδερο της διαφορετικότητάς μου και η ευαισθησία που με ακολουθούν ζυμωμένα μαζί μου. 

Τώρα που είμαι κοντά στην «έξοδο», νιώθω μια υποχρέωση προς εσάς τη νέα γενιά που μαζί με τον εγγονό μου τον Ίζη θα κάνετε τον νέο κόσμο, να σας πω να κάνετε κάτι καλύτερο. Αυτό το μίσος γιατί ο άλλος έχει άλλο χρώμα, ή άλλη θρησκεία, ή άλλα ήθη και έθιμα, δεν πρέπει να υπάρχει». Στο τέλος της διάλεξης, απαντώντας σε ερώτηση μαθήτριας κατά πόσο έχει στο χέρι της τατουάζ με αριθμό που χάραζαν οι Ναζί στους κρατούμενους, η κυρία Ρεβάχ είπε ότι «στο στρατόπεδο Bergen Belsen δεν χάραζαν αριθμούς, αλλά πίστεψέ με, δεν έχω αριθμό στο χέρι, αλλά έχω εδώ στην καρδιά μου».

Το νύχι της μάνας που ξεριζώθηκε από αγάπη

«Κάποια μέρα ξύπνησα στο στρατόπεδο με 40 πυρετό, πράγμα καθόλου περίεργο, αφού ο βήχας μου δεν σταματούσε» αφηγήθηκε η Ρίνα Ρεβάχ και συνέχισε: «Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα πολύ όμορφη, πολύ εύθραυστη και λεπτοκαμωμένη. Επειδή δεν μπορούσε να μείνει μαζί μου να με φροντίζει, έκανε κάτι που σημάδεψε τη ζωή μου ολόκληρη. Αφού ο μόνος τρόπος που υπήρχε για να απαλλαγεί από την καθημερινή καταναγκαστική εργασία, ήταν να αρρωστήσει, πήγε στον φίλο μας τον γιατρό και του ζήτησε να της βγάλει το νύχι από το πρώτο δάχτυλο, για να μείνει άρρωστη δίπλα μου…Το λέω και συγκινούμαι…Πράξη απίστευτης αγάπης και τεράστιας ψυχικής δύναμης που μόνο μια μάνα θα μπορούσε να κάνει. Χωρίς φάρμακα, χωρίς νάρκωση, να ξεριζώσεις ένα νύχι, ήταν κάτι αδιανόητο. Έμεινε στο κρεβάτι δίπλα μου, εφόσον οι Γερμανοί διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσε να δουλέψει και σιγά-σιγά, με αγκαλιά και ζέστη από το κορμί της, συνήλθα στοιχειωδώς. Πολλά χρόνια μετά, όταν ήταν πια ηλικιωμένη, της χάιδευα τα χέρια και τα δάχτυλά μου έπαιζαν με το βγαλμένο νύχι που ήταν πιο χοντρό και πιο σγουρό από τα άλλα…».