Την εισήγηση όπως το υπουργείο Παιδείας, προχωρήσει αναδρομικά σε νέο υπολογισμό των μονάδων μοριοδότησης των επηρεαζόμενων εκπαιδευτικών στα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης, υποβάλλει σε έκθεσή της, αναφορικά με διάκριση λόγω φύλου στους όρους αγοράς υπηρεσιών για διδασκαλία στα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης, η Επίτροπος Διοίκησης, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη. Αφορμή για την έκθεση, παράπονα που έλαβε από εκπαιδευτικούς που απουσίασαν για λόγους μητρότητας από τα ΚΙΕ.
Το γραφείο της Επιτρόπου εξέτασε δύο παράπονα γυναικών εκπαιδευτικών, τα οποία στρέφονταν κατά του υπουργείου Παιδείας και αφορούσαν στους όρους για αγορά υπηρεσιών από εκπαιδευτές για διδασκαλία στο απογευματινό/βραδινό πρόγραμμα του ΥΠΠΑΝ «Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης (ΚΙΕ)». Ειδικότερα, οι παραπονούμενες υποστηρίζουν ότι, με τους εν λόγω όρους έχει αφαιρεθεί από δεκάδες γυναίκες που εργάζονται στα απογευματινά προγράμματα το δικαίωμα σε άδεια μητρότητας.
Ουσιαστικά το παράπονο στρέφεται κατά του νέου συστήματος μοριοδότησης για πρόσληψη στα ΚΙΕ, βάσει του οποίου εκπαιδευτικοί μοριοδοτούνται, για σκοπούς πρόσληψης ή τοποθέτησής τους, με μία μονάδα διδακτικής εμπειρίας για εργασία που είχε συνολικό χρόνο μεγαλύτερο των 5 μηνών (δηλαδή 5 + μία ημέρα). Ως αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής που ίσχυσε τη χρονιά 2021-22, οι γυναίκες οι οποίες κατά τη διάρκεια μίας εννεάμηνης σχολικής χρονιάς έλαβαν τετράμηνη άδεια μητρότητας και άρα έχουν διδακτική εμπειρία ίση ή μικρότερη των 5 μηνών, δεν μπορούν να λάβουν ολόκληρη τη μονάδα διδακτικής εμπειρίας.
Είναι προφανές, αναφέρεται, ότι «παρότι το πιο πάνω κριτήριο είναι ουδέτερο ως προς το φύλο, αφού απευθύνεται εξίσου σε άντρες και γυναίκες, στην πραγματικότητα πλήττει κυρίως και δυσανάλογα τις γυναίκες που άσκησαν το δικαίωμά τους σε άδεια μητρότητας ή/και αποτρέπει γυναίκες από την εγκυμοσύνη και τη λήψη άδειας μητρότητας. Πρόκειται επομένως για έμμεση διάκριση λόγω φύλου, αφού κανένας άντρας δεν μπορεί για τον ίδιο λόγο (άδεια μητρότητας) να λάβει χαμηλότερη μοριοδότηση, με αποτέλεσμα να υπάρχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού οι γυναίκες τίθενται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους άντρες συναδέρφους τους», σημειώνεται στην έκθεση της Επιτρόπου.