Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών προς την Κύπρο τα τελευταία χρόνια, ως γνωστόν οδήγησε και στην αύξηση των παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία που φοιτούν πλέον στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Πρόκειται δε, για έναν αριθμό ο οποίος όλο και αυξάνεται στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες, με το υπουργείο Παιδείας εδώ και χρόνια να επιχειρεί να βρει τα εργαλεία εκείνα που θα οδηγήσουν στην ουσιαστικότερη και ενεργότερη εμπλοκή αυτών των μαθητών στην Εκπαίδευση και κατ’ επέκταση, στην κοινωνία.

Βασικός πυλώνας για ένταξη, πρωτίστως στην παιδαγωγική διαδικασία είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Κι αυτό διότι, στις περισσότερες των περιπτώσεων διαπιστώνεται ότι μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία δεν γνωρίζουν καν τα βασικά, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, αλλά να μην είναι σε θέση να κατανοούν το μάθημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το ζήτημα της ουσιαστικής ένταξης των παιδιών αυτών στο εκπαιδευτικό σύστημα απασχολεί έντονα τους τελευταίους μήνες, με την υπουργό Παιδείας, Αθηνά Μιχαηλίδου, αρκετά συχνά να δηλώνει ότι πρόκειται για ένα θέμα στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Στο πλαίσιο αυτό έχει καταρτιστεί σχέδιο για ενίσχυση της διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, σε μια προσπάθεια οι μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία να μαθαίνουν ελληνικά ούτως ώστε να μπορούν να παρακολουθούν ευκολότερα την παιδαγωγική διαδικασία αλλά και να εντάσσονται ομαλότερα στη σχολική κοινότητα.

Μία σημαντική παράμετρος για να γίνει αυτό είναι η περαιτέρω ενίσχυση των εκπαιδευτικών, οι οποίοι καλούνται να διδάξουν τα παιδιά. Γι’ αυτό και η Διεύθυνση Δημοτικής Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας έχει προβεί στην ετοιμασία ενός εγχειριδίου, το οποίο ήδη κρατούν στα χέρια τους οι εκπαιδευτικοί.

Όπως σημειώνεται σε αυτό, «τα σχολεία της Κύπρου, τα τελευταία χρόνια, στη βάση παλαιότερων και νεότερων μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων, χαρακτηρίζονται από πολυπολιτισμικότητα και πολυγλωσσία. Ο πλουραλισμός αυτός συνεπάγεται τον γλωσσικό πλούτο στα σχολεία, δίνει ευκαιρίες αλληλεπίδρασης παιδιών από ποικίλα εθνοπολιτισμικά περιβάλλοντα και ανάπτυξης σχέσεων ισότιμης πρόσβασης στο αγαθό της Παιδείας.

Αναδεικνύεται παράλληλα και η ανάγκη για αποτελεσματική διδασκαλία της γλώσσας αντικειμενοποίησης των επιδόσεων του σχολείου, της ελληνικής γλώσσας δηλαδή, στα παιδιά που έχουν άλλες μητρικές γλώσσες, όταν εγγράφονται στα σχολεία του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Οι εκπαιδευτικοί, τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα των νέων αυτών δεδομένων, καλούνται να διδάξουν την ελληνική γλώσσα ως δεύτερη, ενώ συνήθως προετοιμάζονται για να διδάσκουν γλώσσα σε φυσικούς ομιλητές και φυσικές ομιλήτριες.

Δεδομένου ότι η μεθοδολογία διδασκαλίας μιας γλώσσας ως δεύτερης διαφέρει από τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας, το υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας έχει προβεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες δράσεις υποστήριξης των εκπαιδευτικών προς αυτόν τον σκοπό. Συγκεκριμένα, από τον Σεπτέμβριο του 2020, οι εκπαιδευτικοί έχουν στη διάθεσή τους το Ενιαίο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας στην Κύπρο, δοκίμια αρχικής, ενδιάμεσης και τελικής αξιολόγησης για την παρακολούθηση της προόδου των παιδιών, πλούσιο διδακτικό υλικό, καθώς και υποστήριξη μέσω των δικτύων εκπαιδευτικών από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου».

Αναφέρεται επίσης ότι ο νέος Οδηγός αποτελεί μια προσπάθεια της Διεύθυνσης Δημοτικής Εκπαίδευσης για περαιτέρω υποστήριξη των εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν να διδάξουν την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα.

Επί της ουσίας, ο Οδηγός που στάλθηκε στους εκπαιδευτικούς αποτελείται από δύο μέρη: Το πρώτο μέρος αφορά στις δράσεις που εφαρμόζονται τις πρώτες ημέρες/εβδομάδες εφαρμογής του προγράμματος, περίοδο που είναι πιθανόν οι εκπαιδευτικοί να έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις περισσότερες προκλήσεις. Αναλύεται ο τρόπος διεξαγωγής των μαθημάτων τις πρώτες μέρες υποδοχής των παιδιών, οι ρουτίνες που μπορεί να αναπτυχθούν, καθώς και το διαθέσιμο διδακτικό υλικό που αποστέλλεται από το Υ.Π.Α.Ν., με εισηγήσεις για τρόπους αξιοποίησης. Σημειώνεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, δίνονται παραδείγματα και αντιπαραδείγματα από τις εφαρμογές των διάφορων δραστηριοτήτων, τα οποία είναι βασισμένα στην εμπειρία από την εκπαιδευτική πράξη. Στο δεύτερο μέρος, αναλύεται ο ενδεδειγμένος τρόπος χορήγησης των δοκιμίων αρχικής, ενδιάμεσης και τελικής αξιολόγησης, ώστε να εξοικονομείται διδακτικός χρόνος και να αποτυπώνεται η πρόοδος των παιδιών κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.

Σε μια δε, από τις ενότητές του καταγράφονται κάποιες ιδέες για το πώς οι εκπαιδευτικοί αρχίζουν τα μαθήματα κατά τις πρώτες ημέρες φοίτησης των παιδιών, τα οποία είναι αρχάρια και δεν γνωρίζουν καθόλου την ελληνική γλώσσα, επισημαίνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό το στοιχείο, δημιουργεί ανασφάλεια στους εκπαιδευτικούς. «Το σχολείο υποδέχεται παιδιά τα οποία αρκετές φορές δεν γνωρίζουν καθόλου την ελληνική γλώσσα (χαιρετισμούς, βασικό λεξιλόγιο επικοινωνίας). Αυτά τα παιδιά πιθανόν να φοιτήσουν στην Α΄ τάξη ή σε μεγαλύτερες τάξεις.

Στις ομάδες που θα σχηματίσουμε, τα αρχάρια παιδιά της Α΄ τάξης θα σχηματίσουν μια ομάδα, ενώ τα αρχάρια παιδιά μεγαλύτερων τάξεων, μια άλλη (λόγω ηλικίας και γνωστικού επιπέδου). Κατά τις πρώτες, όμως, ημέρες υποδοχής τους στο σχολείο μπορούν να εφαρμοστούν (για τις 3-4 πρώτες ημέρες) παρόμοιες δράσεις υποδοχής και εξοικείωσης με τον χώρο του σχολείου, παράλληλα με τη χορήγηση των δοκιμίων αρχικής αξιολόγησης», αναφέρεται στον Οδηγό του Υπουργείου.