Κεντρική προτεραιότητα της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ θα είναι η αντιμετώπιση του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, δήλωσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, Κώστας Φυτιρής, παρουσιάζοντας, την Τρίτη, τις προτεραιότητες του χαρτοφυλακίου του ενώπιον της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπογράμμισε ότι η Κύπρος αναλαμβάνει την ευθύνη της Προεδρίας«με περηφάνια αλλά και υψηλό αίσθημα ευθύνης».
«Η Κυπριακή Προεδρία υπηρετεί με βαθιά πίστη στη δύναμη της ευρωπαϊκής ενότητας και αυτονομίας, στη δημοκρατία, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου», ανέφερε, τονίζοντας ότι σε μια περίοδο σύνθετων γεωπολιτικών και κοινωνικών προκλήσεων, η Κύπρος φιλοδοξεί να λειτουργήσει «ως γέφυρα συνεργασίας, ως αξιόπιστος διαμεσολαβητής και ως κράτος μέλος που συμβάλλει ουσιαστικά στη συλλογική ευρωπαϊκή προσπάθεια για μια πιο αυτόνομη, ασφαλή, ανταγωνιστική και ανοιχτή Ευρώπη».
Κεντρική προτεραιότητα της Προεδρίας, όπως ξεκαθάρισε, θα είναι η αντιμετώπιση του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος. «Το οργανωμένο έγκλημα εξελίσσεται με πρωτοφανείς ρυθμούς και απαιτεί μια απάντηση εξίσου δυναμική», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη, πολυτομεακή στρατηγική, ικανή να προσαρμόζεται στον μεταβαλλόμενο χαρακτήρα των εγκληματικών κυκλωμάτων».
Ο κ. Φυτιρής τόνισε ότι η απάντηση αυτή «πρέπει να αντικατοπτρίζεται στα σχέδια δράσης, στην επιχειρησιακή συνεργασία και στις νομοθετικές πρωτοβουλίες», ενώ υπογράμμισε και τη σημασία της συνεργασίας με τρίτες χώρες και τον ιδιωτικό τομέα: «Χωρίς ισχυρή διεθνή και διατομεακή συνεργασία, δεν μπορούμε να είμαστε ένα βήμα μπροστά από τα εγκληματικά δίκτυα», είπε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάκτηση και δήμευση παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων. «Ο αποτελεσματικότερος τρόπος καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος είναι να στοχεύσουμε στους οικονομικούς πυλώνες των εγκληματικών δικτύων», τόνισε, προσθέτοντας ότι «το χτύπημα στους σπόρους του εγκλήματος περνά μέσα από ισχυρά εργαλεία ανάκτησης και δήμευσης περιουσιακών στοιχείων». Αναφέρθηκε ακόμη στις εισηγήσεις που κατατέθηκαν στο άτυπο Συμβούλιο Δικαιοσύνης στη Λευκωσία, τις οποίες βρήκε ενδιαφέρουσες και «θα τύχουν προσεκτικής επεξεργασίας από την Κυπριακή Προεδρία».
Για την οικονομική και χρηματοοικονομική εγκληματικότητα, προειδοποίησε ότι «τα εγκληματικά δίκτυα διεισδύουν ολοένα και περισσότερο στη νόμιμη οικονομία και χρησιμοποιούν εξελιγμένες τεχνικές ξεπλύματος χρήματος για να καλύψουν τα παράνομα κέρδη τους». Χαρακτήρισε την οδηγία για την ανάκτηση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων «ισχυρό εργαλείο στα χέρια των αρχών» και τόνισε ότι η μεταφορά της στα εθνικά δίκαια πρέπει να ολοκληρωθεί έως τον Νοέμβριο του 2026.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος χωρίς να εξάρουμε τη συμβολή της Europol», υπογράμμισε ο Υπουργός. Όπως είπε, η Κυπριακή Προεδρία θα συμβάλει ώστε η επικείμενη αναθεώρηση της εντολής της «να είναι τεκμηριωμένη και να ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες των κρατών μελών».
Για τον νέο κύκλο EMPACT 2026–2029 σημείωσε ότι «διασφαλίζει τη συνέχιση της προσπάθειας κατά της διακίνησης ναρκωτικών, του οικονομικού και χρηματοοικονομικού εγκλήματος και άλλων σοβαρών εγκληματικών δραστηριοτήτων», τονίζοντας ότι η επιχειρησιακή συνεργασία και οι χρηματοοικονομικές έρευνες «πρέπει να παραμείνουν στον πυρήνα της ευρωπαϊκής απάντησης».
Όσον αφορά το νέο στρατηγικό πλαίσιο της ΕΕ για τα ναρκωτικά, ο Υπουργός υπογράμμισε ότι «η πολιτική για τα ναρκωτικά μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν περιλαμβάνει ταυτόχρονα την καταπολέμηση της διακίνησης και τη μείωση της χρήσης και των επιβλαβών συνεπειών της». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης για ανηλίκους και νεαρούς χρήστες, και όπως συζήτησαν, είπε, οι Υπουργοί στο άτυπο Συμβούλιο στη Λευκωσία, «η κράτηση πρέπει να παραμένει μέτρο έσχατης ανάγκης. Η εκτροπή προς τον τομέα της υγείας και της θεραπείας απεξάρτησης μπορεί να έχει πολύ θετικά αποτελέσματα, τόσο για τους ίδιους όσο και για την κοινωνία».
Για την πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, δήλωσε ότι στόχος της Κυπριακής Προεδρίας είναι «να συμβάλει στην επίτευξη πολιτικής συμφωνίας το συντομότερο δυνατόν», ώστε «να θεσπιστεί μια άρτια και αποτελεσματική πράξη για την προστασία των παιδιών και την καταπολέμηση αυτού του αποτρόπαιου εγκλήματος».
Υπενθύμισε ότι η προσωρινή παρέκκλιση από τους κανόνες περί ιδιωτικότητας στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες «λήγει στις 3 Απριλίου» και προειδοποίησε ότι, χωρίς συμφωνία, «υπάρχει πραγματικός κίνδυνος νομικού κενού». Παράλληλα, στο θέμα της διατήρησης δεδομένων, επεσήμανε ότι «το ζητούμενο είναι η σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για αποτελεσματικές ποινικές έρευνες και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου».
Αναφερόμενος στον χώρο Schengen, ο κ. Φυτιρής τόνισε ότι «η ταχεία εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων είναι καίριο βήμα για την αποκατάσταση ενός πλήρως λειτουργικού χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα».
Για τη Frontex είπε πως «βασική αποστολή του Οργανισμού πρέπει να παραμείνει η υποστήριξη των κρατών μελών στις επιστροφές και η προστασία των κοινών εξωτερικών συνόρων μας», προσθέτοντας ότι οποιαδήποτε αύξηση του προσωπικού του Οργανισμού «πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση πραγματικών επιχειρησιακών αναγκών».
«Ο βίαιος εξτρεμισμός εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση», ανέφερε, κάνοντας λόγο για «ανησυχητική έξαρση της ριζοσπαστικοποίησης και της στρατολόγησης ανηλίκων», ενώ σημείωσε ότι η κυριότερη απειλή για τα κράτη μέλη είναι ο τζιχαντισμός. Αναφέρθηκε, επίσης, στις νέες μορφές απειλής μέσω τεχνητής νοημοσύνης, διαδικτύου και νέων τεχνολογιών. «Η απειλή μεταβάλλεται και εμείς οφείλουμε να προσαρμόζουμε συνεχώς τα εργαλεία και τις πολιτικές μας», είπε.
Κλείνοντας, ο κ. Φυτιρής διαβεβαίωσε ότι η Κύπρος αναλαμβάνει την Προεδρία «με αυτοπεποίθηση, ρεαλισμό και προσήλωση στις θεμελιώδεις κοινές μας αξίες», προσβλέποντας σε «στενή και εποικοδομητική συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «ασφάλεια, δικαιοσύνη και ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι, είναι αλληλένδετες προϋποθέσεις για μια ισχυρή και δημοκρατική Ευρώπη».
ΚΥΠΕ