Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση κατάδικου για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus εναντίον του Διευθυντή και λειτουργών του Τμήματος Φυλακών, κρίνοντας ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Η απόφαση εκδόθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2026 από τον Δικαστή Ι. Ιωαννίδη, στο πλαίσιο της Πολιτικής Αίτησης αρ. 22/2026. Αιτητής είναι κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, ο οποίος εκτίει ποινή διά βίου κάθειρξης για δύο φόνους εκ προμελέτης, κατόπιν καταδίκης του στις 28 Αυγούστου 2025 από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού.
Με την αίτησή του, ο κατάδικος ζητούσε άδεια ώστε να προχωρήσει σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus, με το οποίο να υποχρεώνονται ο Διευθυντής Φυλακών, οι λειτουργοί και οι δεσμοφύλακες να προστατεύουν τη σωματική του ακεραιότητα, την υγεία και την ασφάλειά του, να διασφαλίζουν την προσωπική του περιουσία και να μην τον μεταχειρίζονται κατά τρόπο εξευτελιστικό ή απάνθρωπο.
Στην έκθεση που συνόδευε την αίτηση, γινόταν εκτενής αναφορά σε κακές συνθήκες κράτησής του. Μεταξύ άλλων, ο αιτητής υποστήριζε ότι είχε τοποθετηθεί σε χώρο που χρησιμοποιείτο ως τραπεζαρία, όπου υπήρχαν, κατά τους ισχυρισμούς του, περιττώματα και τρίχες από γάτους ακόμη και στο κρεβάτι του. Επιπλέον, ανέφερε ότι στο πλαίσιο πειθαρχικής ποινής τέθηκε σε απομόνωση για περίοδο πέραν των επτά ημερών, χωρίς δυνατότητα επαρκούς προσωπικής καθαριότητας, πρόσβασης σε ξεχωριστό αποχωρητήριο ή προαυλισμού, ενώ ισχυρίστηκε ότι στερήθηκε νερό και φαρμακευτική αγωγή.
Ο κατάδικος επικαλέστηκε επίσης προβλήματα υγείας, σημειώνοντας ότι είναι ινσουλινοεξαρτώμενος διαβητικός και ότι δεν του παρέχεται καθημερινή δυνατότητα μέτρησης σακχάρου. Παράλληλα, ανέφερε καθυστερήσεις στη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για χορήγηση ενέσιμης αγωγής που αφορά χρόνιο πρόβλημα στο πόδι. Τέλος, υποστήριξε ότι υπέστη σωματικές βλάβες κατόπιν επιθέσεων από άλλους καταδίκους αλλά και δεσμοφύλακες, σημειώνοντας ότι έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία χωρίς αποτέλεσμα.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το προνομιακό ένταλμα mandamus αποτελεί διαταγή με την οποία διατάσσεται συγκεκριμένη πράξη από αρχή ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία, όταν υπάρχει σαφές νομικό καθήκον. Όπως επισημάνθηκε, η θεραπεία αυτή δεν αποσκοπεί σε γενικές και αόριστες διακηρύξεις, αλλά σε επιβολή συγκεκριμένης ενέργειας.
Ο Δικαστής έκρινε ότι τα αιτήματα του αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα, καθώς δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη ζητείται να διαταχθεί. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι για την έκδοση εντάλματος mandamus απαιτείται να έχει προηγηθεί διακριτή και σαφής απαίτηση προς την αρμόδια αρχή, ώστε αυτή να γνωρίζει τι ακριβώς καλείται να πράξει και να έχει την ευκαιρία να συμμορφωθεί.
Εξετάζοντας την αλληλογραφία του συνηγόρου του αιτητή προς τον Διευθυντή Φυλακών, το Συμβούλιο Φυλακών, την Αστυνομία και τον Υπουργό Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν προκύπτει τέτοια διακριτή απαίτηση, αλλά κυρίως παράπονα γενικού περιεχομένου και αιτήματα για διερεύνηση. Κατά συνέπεια, δεν ικανοποιήθηκε μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της σχετικής δικαιοδοσίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση της ζητούμενης άδειας και απέρριψε την αίτηση.