Η επίθεση με drones εναντίον της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι, αν και προκάλεσε περιορισμένες υλικές ζημιές, έφερε ξανά στο προσκήνιο την ευάλωτη θέση της Κύπρου στις γεωπολιτικές εντάσεις της Μέσης Ανατολής.
Το περιστατικό αυτό αναπόφευκτα ανατρέχει τη μνήμη σε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας των βάσεων στο νησί, τον Αύγουστο του 1986.
Πριν από 40 χρόνια, όπως και τώρα, οι βάσεις αποτέλεσαν στόχο αντιποίνων για τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Τον Απρίλιο του 1986, τα αμερικανικά αεροσκάφη είχαν απογειωθεί από το Ακρωτήρι για να βομβαρδίσουν τη Λιβύη.
Με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Φαράγγι Ελ Ντοράντο», οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Λιβύης, ως αντίποινα για τη βομβιστική επίθεση στη ντισκοτέκ του Δυτικού Βερολίνου, για την οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρήγκαν, κατηγόρησε ανοιχτά τον Λίβυο ηγέτη, Μουαμάρ Καντάφι.

Στις 3 Αυγούστου 1986, ένοπλοι που συνδέονταν με το καθεστώς Καντάφι εξαπέλυσαν επίθεση με ρουκέτες Katyusha και ολμοβόλα στην περιοχή Ladies Mile και στον ιστιοπλοϊκό όμιλο της βάσης (ARABS). Την ευθύνη ανέλαβε η Ενωμένη Νασεριστική Εθνική Οργάνωση με έδρα τη Λιβύη. Μετά την επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στις κτηριακές εγκαταστάσεις, καθώς και τον τραυματισμό τριών προσώπων, μεταξύ των οποίων δύο γυναικών Βρετανών στρατιωτικών, οι τρομοκράτες κατάφεραν να διαφύγουν.
Η επίθεση στο Ακρωτήρι το 1986, τον μεγαλύτερο σταθμό της RAF εκτός Βρετανίας, ήταν η πρώτη επίθεση που σημειώθηκε εναντίον βρετανικής στρατιωτικής εγκατάστασης.
Τόσο το 1986 όσο και σήμερα, τα χτυπήματα έρχονται ως απάντηση στη στρατιωτική εμπλοκή της Βρετανίας σε συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.
Η διαφορά έγκειται στην τεχνολογία. Από τις συμβατικές ρουκέτες του 1986, περάσαμε στην εποχή των drones, τα οποία προσφέρουν στους επιτιθέμενους μεγαλύτερη ακρίβεια και λιγότερο ρίσκο εντοπισμού.