Το Σανατόριο Κυπερούντας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της ιατρικής στην Κύπρο ανέφερε την Κυριακή ο Υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, μιλώντας στο φιλολογικό μνημόσυνο φυματικών που νοσηλεύτηκαν και απεβίωσαν στο εκεί.
Με την πάροδο του χρόνου, πρόσθεσε, το Σανατόριο διεύρυνε τον ρόλο του, φιλοξενώντας και άλλες κατηγορίες ασθενών, ενώ μετά το 1974 μετεξελίχθηκε σε Περιφερειακό Νοσοκομείο. Τα τελευταία χρόνια, ως Νοσοκομείο Τροόδους, έχει ανακαινιστεί και αναβαθμιστεί, συνεχίζοντας να προσφέρει ουσιαστικές υπηρεσίες υγείας, επεσήμανε.
Ιδιαίτερη σημασία, είπε, έχει και η ενίσχυση της Κλινικής Φυματίωσης, γεγονός που καταδεικνύει τη διαρκή προσήλωση της Πολιτείας στην πρόληψη, τον έλεγχο και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου. «Η Κύπρος συγκαταλέγεται σήμερα στις χώρες με χαμηλή επίπτωση φυματίωσης, αποτέλεσμα στοχευμένων πολιτικών δημόσιας υγείας, έγκαιρης διάγνωσης και συστηματικής θεραπευτικής προσέγγισης», επεσήμανε ο κ. Χαραλαπίδης.
Η ανάδειξη και φροντίδα του χώρου αυτού , συνέχισε, δεν αποτελεί μόνο πράξη ιστορικής αποκατάστασης, αλλά και ουσιαστική απόδοση τιμής προς ανθρώπους που βίωσαν την ασθένεια μέσα σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού.
«Τιμώντας σήμερα τη μνήμη των ανθρώπων που δοκιμάστηκαν και χάθηκαν αποδίδουμε τον οφειλόμενο σεβασμό και αναγνωρίζουμε την ευθύνη μας να διαφυλάξουμε τη δημόσια υγεία με συνέπεια και ανθρωπιά», είπε ο Υπουργός Υγείας.
Αναφέρθηκε στην ιστορία της νόσου διεθνώς, αλλά και στην Κύπρο, λέγοντας πως τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του σανατορίου η κοινωνική στάση απέναντι στη φυματίωση χαρακτηριζόταν από έντονη προκατάληψη και φόβο. «Παρά τις δυσκολίες, το Σανατόριο Κυπερούντας εξελίχθηκε σε έναν χώρο περίθαλψης, φροντίδας και ελπίδας, αλλά και σε σιωπηλό μάρτυρα του ανθρώπινου πόνου και της δοκιμασίας», σημείωσε.
Ιδιαίτερη και οδυνηρή πτυχή αυτής της ιστορίας, είπε, αποτελεί η διαχείριση των θανόντων ασθενών κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ιδρύματος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ανάφερε, υπό το βάρος φόβου και κοινωνικών προκαταλήψεων, διαμορφώθηκαν συνθήκες που δεν επέτρεπαν την ταφή των εκλιπόντων στα κοιμητήρια των γύρω κοινοτήτων, ενώ συχνά ακόμη και οι οικογένειές τους δίσταζαν να αναλάβουν τη φροντίδα της ταφής.
Ως αποτέλεσμα, πρόσθεσε, δημιουργήθηκε ειδικός χώρος ταφής πλησίον του σανατορίου, έναν χώρο λιτό και σιωπηλό, βαθιά φορτισμένο ιστορικά, που φέρει το αποτύπωμα ανθρώπινων ζωών, οι οποίες τερματίστηκαν πρόωρα και συχνά μακριά από τους οικείους τους.
Οι ταφές, είπε, πραγματοποιούνταν στην παρουσία ελάχιστων προσώπων και, σε πολλές περιπτώσεις, οι τάφοι παρέμειναν ανώνυμοι, χωρίς σαφή ταυτοποίηση, γεγονός που εντείνει τη συγκίνηση και το αίσθημα ευθύνης που έχουμε σήμερα απέναντι στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, σημειώνοντας την ύπαρξη ενός σταυρού του μικρού αγοριού του «Τίτου», που έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 1947 σε ηλικία μόλις 3 ετών.
ΚΥΠΕ